Το πραγματικό τέλος της μεταπολίτευσης

Του Άγγελου Μανταδάκη*


 


Η καταιγίδα των κυβερνητικών μέτρων, αυτών που εξαγγέλθηκαν και εκείνων που αναμένονται, δεν εντάσσεται στη συνήθη πολιτική της λιτότητας που άλλοτε κατήγγειλαν η αριστερά και το συνδικαλιστικό κίνημα.


Πρόκειται για ανατροπή του κοινωνικού και οικονομικού στάτους που διαμορφώθηκε στη χώρα κατά τη μεταπολίτευση. Και από την άποψη αυτή αποτελούν ιστορική τομή. Γνωστός αρθρογράφος του «Βήματος» έγραψε προ ημερών ότι πλέον δεν πρόκειται να μείνει τομέας της δημόσιας ζωής που να μην τον αγγίξουν οι σαρωτικές αλλαγές.


Πράγματι, όπως για πρώτη φορά μια κυβέρνηση -και δη σοσιαλιστική με αναφορά στη «δίκαιη κοινωνία»- προχωρά στο μέτρο της αφαίρεσης μισθών και επιδομάτων, παράλληλα με μια αληθινή φοροεπιδρομή σε βάρος των ασθενέστερων, έτσι η ίδια, στο όνομα της σωτηρίας της πατρίδας, προετοιμάζει και την απόσυρση του κράτους από την κοινωνική ασφάλιση και την απελευθέρωση των απολύσεων. Αν ολοκληρωθούν τα μέτρα, τότε θα έχει διαμορφωθεί μια πλήρης επαναθεμελίωση του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα:


Ελευθερία των εκάστοτε κυβερνώντων να αφαιρούν αποδοχές από τους εργαζόμενους. Σύστημα κοινωνικής ασφάλισης σε κεφαλαιοποιητική βάση χωρίς τα στοιχεία της αλληλεγγύης και της αναδιανομής. Πλήρης ελευθερία της εργοδοσίας στις απολύσεις.


Τρία αγκωνάρια της κοινωνίας, η εισοδηματική πολιτική, το ασφαλιστικό σύστημα και οι εργασιακές σχέσεις σε πλήρη απορρύθμιση.


Αν η έξοδος από την κρίση διαμορφωθεί από τις δυνάμεις που την προκάλεσαν, στην κατεύθυνση αυτή, τότε θα έχουμε την αυγή μιας απροστάτευτης εισοδηματικά, ξεχαρβαλωμένης εργασιακά και απόλυτα ανασφαλούς κοινωνίας.


Αυτό θα ισοδυναμούσε πέρα από τα άλλα με μια στρατηγική ήττα της αριστεράς. Το κεντρικό ερώτημα επομένως που καλείται να απαντήσει η σύγχρονη, δημοκρατική, ριζοσπαστική αριστερά, είναι το «ποιος πληρώνει;». Σε αυτό δεν χωρούν απαντήσεις περί «δίκαιης κατανομής των βαρών» και περί εθνικής συναίνεσης για να «βγάλουμε όλοι μαζί την οικονομία από τη στενωπό και να σώσουμε την πατρίδα». Η ζημιά δεν έχει την σφραγίδα όλων ανεξαιρέτως ώστε να την πληρώσουν όλοι έστω και κατά δύναμη. Γιατί να πληρώσουν όλοι και όλες για το πελατειακό κράτος, την διαπλοκή, την φοροδιαφυγή και την συστηματική εισφοροδιαφυγή, τις χαριστικές ρυθμίσεις των κυβερνήσεων, την λαιμαργία των τραπεζών, την μείωση του ανώτατου συντελεστή φορολόγησης για τις μεγάλες επιχειρήσεις κατά δέκα μονάδες;


Όπως η κρίση γεννήθηκε και εξελίχθηκε μέσα σε ένα πλαίσιο αναδιανομής του πλούτου υπέρ των ισχυρών και η έξοδος από αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να συντελεστεί το αντίστροφο. Πολύ περισσότερο όταν αναφερόμαστε στην Ελλάδα όπου το 20% των πλουσιότερων έχει εισόδημα εξαπλάσιο από το 20% των φτωχότερων.


Αυτή η αναγκαία αναδιανομή σημαίνει μεταφορά πλούτου και ισχύος από το ιδιωτικό στο δημόσιο, από τους λίγους και ισχυρούς στους πολλούς. Σημαίνει κατά προτεραιότητα μια μεγάλη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος και δημιουργία ενός ισχυρού δημόσιου πυλώνα στον χρηματοπιστωτικό τομέα.


Ο ΣΥΝ βρίσκεται επομένως και ο ίδιος σε κρίσιμη καμπή. Όπως όλες οι πολιτικές δυνάμεις, ο ΣΥΝ και βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ θα κριθούν από την κεντρική τους πρόταση, τη δράση και τις πρωτοβουλίες τους στο χρονικό διάστημα που ακολουθεί.


Από την εμπιστοσύνη που θα εμπνεύσουν στα κοινωνικά στρώματα που υφίστανται αιφνιδιασμένα τις συνέπειες και θα τις νιώσουν πιο έντονα τους επόμενους μήνες.


Το δύσκολο για τη δική μας αριστερά είναι ότι ο ρόλος της δεν μπορεί να εξαντληθεί στην διαμαρτυρία και την καταγγελία. Χρειάζεται ισχυρό, πειστικό εναλλακτικό λόγο. Να πει τα πράγματα με το όνομά τους για το ποιοι πρέπει να πληρώσουν και πως, ποιες μεγάλες αλλαγές πρέπει να γίνουν στην οικονομία, το κράτος, στο πολιτικό σύστημα, ποια συμφέροντα θα θίγουν και ποια θα ευνοούν, τι πρέπει να διεκδικήσει η χώρα μας στην Ευρωζώνη που εγκλωβίζεται στη μέγγενη του Συμφώνου Σταθερότητας και σε συμμαχία με ποιους.


Κυρίως όμως ο ΣΥΝ χρειάζεται να λειτουργήσει ως δύναμη συσπείρωσης μιας πολυκερματισμένης κοινωνίας με χαμηλές αντιστάσεις. Η εποχή των «ολισμών», όπου κάποιοι κατασκεύαζαν εκ των προτέρων ένα όραμα και επιχειρούσαν στη συνέχεια να εντάξουν ολόκληρο τον κόσμο, έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Η σύγχρονη, δημοκρατική αριστερά στην Ελλάδα μακριά από ολισμούς, θα πρέπει να αναζητήσει το πρόταγμα που θα εμπνεύσει πλατιές κοινωνικές δυνάμεις σε μια πορεία ανασυγκρότησης του τόπου, στη βάση της εξυπηρέτησης των αναγκών των πολλών.


Η πορεία προς το Συνέδριο του Ιουνίου, που μέχρι τώρα δεν δικαιώνει τους φόβους περί εσωστρέφειας και διχασμού του κόμματος που είχαν εκφραστεί, είναι μια ευκαιρία σημαντική να εμβαθύνουμε πάνω σε όλα αυτά τα ζητήματα παράλληλα με τη δράση μας στην κοινωνία.


 


* Ο Άγγελος Μανταδάκης είναι μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ.


angelosx@otenet.gr

Η πραγματικότητα ΣΥΡΙΖΑ

Του Δημήτρη Χατζησωκράτη*


 


Δεν πρόλαβαν να περάσουν 24 ώρες από τη διήμερη συζήτηση στην ΚΠΕ του ΣΥΝ για τις «Θέσεις προς το Έκτακτο Συνέδριο», όπου κεντρική θέση κατείχαν οι επεξεργασίες για την «συγκυρία και τη διέξοδο από τον φαύλο κύκλο της λιτότητας και της υπερχρέωσης» και η Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ έσπευσε να δράσει διορθωτικά, να μας επαναφέρει στην τάξη και να δώσει την «επαναστατική» και «αριστερή» ερμηνεία των όσων διατυπώθηκαν.


Το επιπλέον απογοητευτικό σε όλα αυτά είναι ότι η απόφαση ήταν ομόφωνη...


Επειδή λοιπόν από όλες τις πλευρές του ΣΥΝ, παρά τις μεγάλες διαφωνίες σε άλλα θέματα, καταγράφηκε γενική συμφωνία και σύγκλιση σε μέτρα και πρωτοβουλίες του ΣΥΝ για την αντιμετώπιση της κρίσης, η Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί με την απόφασή της (Πρωτοβουλίες του ΣΥΡΙΖΑ για το επόμενο διάστημα σχετικά με τα κυβερνητικά μέτρα και το Σύμφωνο Σταθερότητας της Ε.Ε.) να μας επαναφέρει στην... «πραγματικότητα ΣΥΡΙΖΑ».
Μας προτείνει λοιπόν σήμερα να "προβάλουμε συνολικά, αποκαλυπτικά αλλά και διεκδικητικά... πολιτικές αιχμές" και όλα αυτά ως "'πλαίσιο' για τοπικές παρεμβάσεις, συγκρότηση των Επιτροπών και συμφωνίες για ενότητα δράσης με άλλες δυνάμεις”:

Μεταξύ των άλλων προτείνει:

1. «Προοπτική εθνικοποίησης των τραπεζών»
Υπενθυμίζουμε ότι μέχρι τώρα προτείναμε τη διαμόρφωση ενός ισχυρού πυλώνα υπό δημόσιο έλεγχο στο τραπεζικό σύστημα με Εθνική, Ταμιευτήριο, Αγροτική. Τώρα, στον ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται πιστεύουν ότι αυτό δεν είναι αρκούντως αριστερό και αφού... περισσεύουν χρήματα στο Δημόσιο, ας συμπεριληφθούν στην πρόταση και όλες οι τράπεζες!


2. Επανάκτηση και εθνικοποίηση των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφέλειας με δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο.
Ας αναλογιστεί ο οποιοσδήποτε πώς μπορεί η πρόταση αυτή σήμερα, εν μέσω κρίσης, να προβάλλεται ως διεκδικητικό πλαίσιο; Για τον σκοπό αυτό απαιτείτο η διάθεση μερικών δισεκατομμυρίων ευρώ. Υποθέτω ότι δεν διανοούνται στη Γραμματεία ότι η επανάκτηση θα γίνει με... επίταξη! Θα γίνει με μεταφορά πόρων στους... μετόχους.
Όλοι όμως γνωρίζουμε ότι διεκδικούμε το κάθε ευρώ του Δημοσίου όχι μόνο για μισθούς και συντάξεις, αποπληρωμή χρεών, αλλά στην περίπτωση που περισσεύει κάτι, να διατίθεται σε άμεσους αναπτυξιακούς στόχους, που θα μπορούν να δώσουν, πρώτα και κύρια, θέσεις εργασίας. Με πρώτη μάλιστα επιλογή την καταβολή της εθνικής συμμετοχής στα προγράμματα του ΕΣΠΑ.


3. Επαναδιαπραγμάτευση του χρέους


Ας φανταστούμε ότι στη σημερινή συγκυρία είχαμε εμείς την ευθύνη για την επαναδιαπραγμάτευση. Με ποιους θα την κάναμε; Προφανώς με τις κύριες πιστώτριες τράπεζες, από τις οποίες μάλιστα θα ζητούσαμε και επί πλέον δανεισμό! Ένα τέτοιο σενάριο θα προκαλούσε την κοινή λογική και, αν μη τι άλλο, δεν θα μπορούσε να το προτείνει κόμμα της αντισυστημικής αριστεράς και να φαντάζει επαναστατικό...


Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, η Γραμματεία θέτει ως στόχο «κυρίως τη συσπείρωση του κόσμου και την ένταση της αντιπαράθεσης με τα κυρίαρχα ιδεολογήματα(!)» τη διενέργεια δημοψηφίσματος ενάντια στο κυβερνητικό πρόγραμμα και το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας.

Την ώρα που μπροστά μας έχουμε συγκριμένους διεκδικητικούς αγώνες και έχουμε όλη τη δυνατότητα να συσπειρώσουμε ευρύτατες δυνάμεις ενάντια στα μέτρα, εμείς να ασχολούμαστε, «επαναστατικά», με το δημοψήφισμα! Τώρα που ευρύτατες δυνάμεις της ευρωπαϊκής αριστεράς και τα συνδικάτα κινούνται με πρώτο στόχο την πανευρωπαϊκή κινητοποίηση της 24ης Μαρτίου 2010, εμείς θα προβάλουμε το πεισματικό μας αίτημα...

Ο τέλειος αποπροσανατολισμός!

Να σημειώσουμε ότι στην Π.Γ. του ΣΥΝ η πρόταση αυτή είχε συναντήσει ευρύτερη αντίθεση!

Η πρόβλεψη όλων των στελεχών της Αν. Πτέρυγας που μίλησαν στην προχθεσινή ΚΠΕ, ότι «και αυτές οι όποιες καλές θέσεις που με μεγάλη πλειοψηφία μπορούμε να πάρουμε για τα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζουν άμεσα οι εργαζόμενοι και οι άνεργοι της χώρας θα πολτοποιηθούν από τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως έγινε με το Πρόγραμμα του κόμματος», επιβεβαιώθηκε πλήρως!

Καμία αμφιβολία πλέον ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι τροχοπέδη των εξελίξεων, αποτελεί το όχημα που μας οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα στον αντισυστημισμό και τον αριστερισμό. Όσο γρηγορότερα προωθηθεί η απεμπλοκή του ΣΥΝ από το ΣΥΡΙΖΑ τόσο το καλύτερο.


 


* Ο Δημήτρης Χατζησωκράτης είναι μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ.

Για τη συγκυρία και τα καθήκοντά μας. Για τι άλλο;

Κρίση και συγκυρία


Η οικονομική κρίση είναι αναμφισβήτητα ένα σημαντικό ή ίσως το κεντρικό χαρακτηριστικό της συγκυρίας στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Βέβαια, αυτό που αξίζει ίσως περισσότερο να συζητηθεί αναλυτικά εν όψει του συνεδρίου, είναι όχι τόσο η ίδια η κρίση, όσο οι επιπτώσεις της στην πολιτική συγκυρία και οι πολιτικές στρατηγικές που διαμορφώνονται γύρω απ’ αυτήν. Ο κυρίαρχος αστικός συνασπισμός εξουσίας προσπαθεί να εμφανίσει το πρόβλημα της κρίσης ως καθαρά οικονομικό και ανάγει τη λύση του στο να «βρεθούν τα σωστά» ή να «εφαρμοστούν τα αναγκαία» μέτρα. Μέτρα, που όσο σωστά ή αναγκαία να τα θεωρούν οι αστοί, αντικειμενικά λειτουργούν υπέρ των συμφερόντων τους και σε βάρος των εργαζομένων (ιδιωτικοποιήσεις, λιτότητα, μείωση κοινωνικών παροχών, αποδιάρθρωση εργασιακών σχέσεων, στήριξη κερδών). Από την άλλη η αριστερά διεκδικεί την εφαρμογή της ακριβώς αντίθετης πολιτικής. Αξιοσημείωτο πάντως είναι ότι και πριν την κρίση, ή πιο σωστά τις τελευταίες 3 δεκαετίες, από τότε δηλαδή που εμφανίστηκε ο νεοφιλελευθερισμός, αυτό είναι πάνω-κάτω το σκηνικό της πολιτικής αντιπαράθεσης. Αν όμως έχουν έτσι τα πράγματα, τότε οι αλλαγές που επιφέρει η οικονομική κρίση στη συγκυρία ίσως δεν είναι και τόσο προφανείς.


 


Υπάρχουν δυνατότητες;


Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα είναι η κρίση της πολιτικής αντιπροσώπευσης, η οποία ξεδιπλώνεται αργά εδώ και χρόνια. Η κρίση αντιπροσώπευσης ξεκινάει καταρχάς απ’ την αυξανόμενη αδυναμία των κομμάτων εξουσίας να οργανώνουν αποτελεσματικά τη συναίνεση των μαζών γύρω από τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του κεφαλαίου. Αδυναμία που έχει να κάνει εν μέρει με την αποτυχία των στρατηγικών του δικομματισμού που προορίζονταν για την εξασφάλιση της συναίνεσης (κοινωνική ευημερία, διαφάνεια, αξιοκρατία, «αποτελεσματικό κράτος» κ.λπ.). Κυρίως όμως έχει να κάνει με την αδυναμία της εξασφάλισης ακόμα και βασικών αναγκών των εργαζομένων και της νεολαίας όπως αξιοπρεπές εισόδημα, σταθερή απασχόληση και βιώσιμο περιβάλλον. Εδώ εντοπίζεται και η πρώτη σοβαρή επίπτωση της οικονομικής κρίσης: στραγγαλίζει τα περιθώρια στην κυβέρνηση να υποσχεθεί το οτιδήποτε στον οποιονδήποτε, ώστε να ανεχτεί ή να υποστηρίξει την πολιτική της.


Σημαντικό ρόλο βέβαια και στη δυσκολία του δικομματισμού να εξασφαλίζει συναίνεση, είναι και το γεγονός ότι ένα κομμάτι της αριστεράς σταμάτησε να του την παρέχει. Κάθε άλλο παρά δευτερεύων είναι ο ρόλος που έπαιξε ο ΣΥΡΙΖΑ κατά τη διάρκεια μεγάλων κινημάτων και συγκρούσεων (εκπαιδευτικά, Δεκέμβρης) με την πολιτική στήριξη που παρείχε στον αγωνιζόμενο κόσμο. Επόμενο είναι λοιπόν να μεταβάλλεται η αντίληψη ενός κομματιού της κοινωνίας για την κυρίαρχη πολιτική, και τελικά η ανοχή του σ’ αυτήν, ανεξάρτητα από το όποιο εκλογικό αποτέλεσμα. Βέβαια, θα μου πείτε, αυτή η σπόντα για το εκλογικό αποτέλεσμα φανερώνει αμηχανία ή αδιέξοδο; Μα φυσικά τίποτα απ’ τα δύο! Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε μέχρι στιγμής είναι ότι ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να οργανώσουν τη συναίνεση, οπότε οι δυνατότητες για την αριστερά ολοένα και αυξάνουν...


Καλά μέχρι εδώ, θα μου πείτε, αλλά γιατί αυτές τις δυνατότητες δεν τις βλέπουμε στην καθημερινότητά μας; Μήπως τα πράγματα δεν είναι έτσι; Εδώ πρέπει να πούμε το εξής απλό: Είναι λογικό να μην βλέπουμε τις δυνατότητες γιατί πολύ απλά δεν φαίνονται! Άλλωστε δουλειά τους είναι να μην φαίνονται. Γι' αυτό μιλάμε για δυνατότητες και όχι για πραγματικότητα. Μπορεί τα προβλήματα της αριστεράς να μην λύνονται από μόνα τους αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δε μπορεί να λυθούν με τίποτα. Άρα αυτό που μας αρκεί αρχικά είναι να πιστεύουμε – ή μάλλον να καταλάβουμε- ότι οι δυνατότητες υπάρχουν.


 


Αντικειμενικές δυσκολίες για την αριστερά


Πέραν των δυνατοτήτων βέβαια, το κάδρο συμπληρώνεται και από άλλα στοιχεία, ιδεολογικά ή κοινωνικά, που βάζουν αντικειμενικά όρια στη δυνατότητά μας να παρέμβουμε αποφασιστικά στη συγκυρία. Κυρίαρχο ιδεολογικό στοιχείο στην κοινωνία είναι το ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει (όσο καλά και να τα λέει ενδεχομένως η αριστερά). Αντίληψη που προκύπτει απλά από την ίδια την πείρα των εργαζομένων τις τελευταίες δύο (ή τρεις αν προτιμάτε) δεκαετίες.


Επίσης ευρέως διαδεδομένη αντίληψη στις υποτελείς τάξεις είναι αυτή που αναθέτει τη βελτίωση της ζωής τους σε κάποιον άλλο (π.χ. σε κάποιο κόμμα ή σε έναν ηγέτη). Κοινό αποτέλεσμα των παραπάνω είναι η απροθυμία του εργαζόμενου να αγωνιστεί και να συγκρουστεί με τον δικομματισμό και την εργοδοσία, και η ηττοπάθεια ακόμα και ενός κομματιού της κοινωνίας που συμπαθεί την αριστερά.


Από την άλλη, βασικό εμπόδιο αυτή τη στιγμή, για τη δράση της αριστεράς και την ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων, αποτελούν οι ιδιαίτερες κοινωνικές σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης που υφίστανται τα τελευταία χρόνια. Δηλαδή οι ελαστικές σχέσεις απασχόλησης, τα εξαντλητικά ωράρια, η μη οργάνωση σε σωματεία πολλών εργαζομένων (κυρίως νέων), η ατιμώρητη εργοδοτική αυθαιρεσία κ.λπ. που αυτόματα αποθαρρύνουν και δυσκολεύουν απίστευτα κάθε εργαζόμενο που θέλει να αντισταθεί στον νεοφιλελευθερισμό. Ταυτόχρονα γίνεται δυσκολότερη και η προσπάθεια της ίδιας της αριστεράς να προσεγγίσει και να οργανώσει τον κόσμο της εργασίας. Εδώ φαίνεται η δεύτερη επίπτωση της κρίσης στη συγκυρία: αποτελεί αφορμή για σκλήρυνση των σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης, ενώ διευρύνει το αίσθημα της ηττοπάθειας και του ανέφικτου της αλλαγής προς το καλύτερο. Αυτό ακριβώς σημαίνει η «επαναδιαπραγμάτευση των συσχετισμών δύναμης» μέσα στην κρίση.


 


Η αριστερά μέσα στην κρίση ή η κρίση μέσα στην αριστερά;


Η παραπάνω ανάλυση φανερώνει τελικά το πεδίο στο οποίο καλούμαστε να παρέμβουμε το επόμενο διάστημα, εν μέσω κρίσης, αν θέλουμε η αλλαγή του συσχετισμού δύναμης να είναι τελικά προς όφελος των εργαζομένων. Τι σημαίνει όμως αυτό πρακτικά για την αριστερά, ή τουλάχιστον για την οργάνωσή μας; Πώς ανατρέπουμε την ηττοπάθεια, πώς καταρρίπτουμε το επιχείρημα ότι τίποτα δεν αλλάζει; Μα ακριβώς με το να καταφέρουμε να αλλάξουμε πράγματα, να πετύχουμε δηλαδή νίκες. Και μάλιστα νίκες που μετατοπίζουν τον συσχετισμό δύναμης προς όφελος της εργασίας, όπως η οργάνωση των νέων σε σωματεία, η διεκδίκηση πλήρους και σταθερής απασχόλησης, με αξιοπρεπή ωράρια και μισθό, κ.ο.κ.


Παρόλα αυτά, ένα μεγάλο κομμάτι της αριστεράς, προσπερνά την παραπάνω ανάλυση, και τελικά προσπερνά είτε τις δυνατότητες που υπάρχουν, είτε τη φύση των εμποδίων που αναφέραμε προηγουμένως. Το αποτέλεσμα στην πρώτη περίπτωση είναι αναζήτηση πιο «ρεαλιστικού» προγράμματος και αποστράτευση από τους κοινωνικούς αγώνες, ενώ η δεύτερη άποψη υποστηρίζει την ανάγκη ενός πιο «επαναστατικού» προγράμματος και καταγγέλλει τελικά την υπόλοιπη αριστερά που δεν υιοθετεί το πρόγραμμα με το «σωστό» περιεχόμενο («λαϊκή εξουσία», «κομμουνιστική απελευθέρωση» κ.ά.). Και στις δύο περιπτώσεις πάντως έχουμε την ίδια κατάληξη: Εγκλωβίζεται η αριστερά στη συζήτηση γύρω από το πρόγραμμα (άρα στην εσωστρέφεια), ενώ θα έπρεπε να συζητά πώς θα οργανώσει και θα υπερασπιστεί, στην πράξη, την ανοργάνωτη και ανυπεράσπιστη εργατική τάξη. Έτσι, αυτή η κατάσταση οδηγεί σε αδιέξοδο την αριστερά και την κοινωνία μαζί. Κάτι ήξερε λοιπόν ο Μαρξ όταν έλεγε ότι «ένα πραγματικό βήμα του κινήματος είναι προτιμότερο από 10 προγράμματα».


Φτάνουμε πλέον στην τρίτη και ίσως πιο σοβαρή επίπτωση της κρίσης στη συγκυρία: η κρίση λειτουργεί ως καταλύτης και επιταχύνει έντονα την παραπάνω διαδικασία, φέρνοντας όλο και πιο κοντά την αριστερά σε κινδύνους όπως διασπάσεις, συρρίκνωση, εσωστρέφεια και αποστράτευση. Βλέπουμε τελικά πως η κρίση μεταφέρεται στο εσωτερικό της αριστεράς, πράγμα που εξηγεί σε ένα βαθμό το άσχημο κλίμα και τις εξελίξεις στο κόμμα μας.


Βέβαια ο ρόλος μας δεν είναι να αφήσουμε την κρίση και το άσχημο κλίμα να πέσει στα κεφάλια μας. Στόχος μας για το 6ο Συνέδριο της Νεολαίας Συνασπισμού και για το κόμμα ευρύτερα, είναι να ανασυγκροτήσουμε τον τρόπο που δρούμε και οργανωνόμαστε γύρω από τις εξής έννοιες: 1) Συλλογικότητα, 2) Αποτέλεσμα 3) Εναλλακτικό παράδειγμα και 4) Νίκη. Εδω φυσικά τείθενται αναπόφευκτα ερωτήματα για το τι εννοούμε στην πράξη με τις λέξεις «συλλογικότητα», «εναλλακτικό παράδειγμα» ή ακόμα και «αποτέλεσμα». Ε, λοιπόν την απάντηση σ’ αυτά ακριβώς τα πρακτικά ερωτήματα είναι καθήκον μας να βρούμε τα επόμενα χρόνια. Η αλλιώτικα αν προτιμάτε, να δούμε πώς θα φτιάξουμε στην πράξη συλλογικότητες που θα πυροδοτούν αντιστάσεις και κινήματα, θα φέρνουν αποτελέσματα και θα οικοδομούν το εναλλακτικό παράδειγμα της αριστεράς, ώστε να οδηγηθούμε στην τελική νίκη.


Θα παρατηρήσατε ίσως ότι τη λέξη «νίκη» δεν την έβαλα σαν ερώτημα. Σας διαβεβαιώ ότι δεν πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους ή παράλειψης του συγγραφέα. Κι αυτό γιατί κάποια πράγματα δεν μπορεί να εξαρτώνται από τη συγκυρία ή να αποδεικνύονται από την οποιαδήποτε ανάλυση. Κάποια πράγματα πρέπει απλά να τα πιστεύεις. Η πίστη μας λοιπόν σε μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, μια κοινωνία ελευθερίας, όπου θα παίρνει απ’ τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του και θα δίνει στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του (πρέπει να) είναι αδιαπραγμάτευτη! Δεν προκύπτει από τυχόν καλό εσωκομματικό κλίμα, ούτε απειλείται από αντίστοιχο κακό κλίμα ή από την καπιταλιστική κρίση ή οποιαδήποτε ήττα του κινήματος. Δεν υπάρχει κατά τη γνώμη μου χώρος για απογοήτευση. Ότι κι αν γίνει με τα νέα μέτρα ή σε 10 χρόνια από τώρα. Γιατί κάθε αποτυχία μας κάνει πιο έμπειρους άρα και πιο δυνατούς για τη συνέχεια. Και δε φοβόμαστε την ήττα, γιατί πιο πολύ απ’ όλα αγαπάμε την τελική νίκη!


 


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΑΣ


Μέλος της Π.Κ. Ηλεκτρολόγων Πάτρας


 


ΠΛΑΓΙΟΣ


Η πίστη μας λοιπόν σε μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, μια κοινωνία ελευθερίας, όπου θα παίρνει απ’ τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του και θα δίνει στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του (πρέπει να) είναι αδιαπραγμάτευτη!

Με αφορμή τον Ντίνο Παλαιστίδη και την "Άγρα"

Ποια συμπεράσματα μπορούμε να αντλήσουμε από την υπόθεση της απόλυσης και της επαναπρόσληψης του Ντίνου Παλαιστίδη από τον εκδοτικό οίκο "Άγρα"; Πώς μπορεί η υπόθεση αυτή να μας βοηθήσει εν όψει του 6ου συνεδρίου της Νεολαίας Συνασπισμού; Το συγκεκριμένο θέμα έχει τύχει ευρείας δημοσιότητας, οπότε θα προσπαθήσω να αποφύγω τη λεπτομερή αναπαραγωγή της ιστορίας. Υπενθυμίζω μόνο ότι ο Ντίνος Παλαιστίδης εργαζόταν στην "Άγρα" περίπου έξι χρόνια. Εδώ και ένα χρόνο ζητούσε συνάντηση με τη διοίκηση της εταιρείας με σκοπό να διευκρινιστούν τα εργασιακά του καθήκοντα, κάτι που δεν έγινε ποτέ αποδεκτό από την τελευταία. Μια εβδομάδα περίπου πριν την απόλυση του, είχε καταφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία είχε γνωμοδοτήσει θετικά σε σχέση με την υπόθεσή του.


Τα υπόλοιπα είναι εξίσου γνωστά: το μέτωπο αλληλεγγύης που συγκροτήθηκε γύρω από την υπόθεση αυτή υπήρξε ευρύτατο. Με επίκεντρο το Σωματείο Υπαλλήλων Βιβλίου και Χάρτου, δόθηκαν ενωτικοί αγώνες, ενώ η συμπαράσταση και η αλληλεγγύη από φορείς, συλλογικότητες και μεμονωμένα πρόσωπα υπήρξε αξιοσημείωτη. Το περιστατικό αυτό δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε συμπτωματικό. Η οικονομική κρίση και τα νέα μέτρα της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ συγκροτούν ένα πολύ δυσμενές πλαίσιο για τις εργασιακές σχέσεις τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα. Μπροστά σ’ αυτήν τη νέα συνθήκη, το ποσοστό της ανεργίας και ιδίως της ανεργίας των νέων ανθρώπων θα λάβει εκρηκτικές διαστάσεις, αν δεν υπάρξουν ισχυρές κοινωνικές και πολιτικές αντιστάσεις. Η ιστορία του Ντίνου Παλαιστίδη σηματοδοτεί, νομίζω, τον δρόμο στον οποίο πρέπει να κινηθεί η Νεολαία Συνασπισμού το επόμενο διάστημα. Έναν δρόμο που και στο παρελθόν έχει αποδειχθεί νικηφόρος. Και ο δρόμος αυτός δεν είναι άλλος από αυτόν της ενότητας. Η πολύ ενεργός παρουσία των πρωτοβάθμιων σωματείων (το σωματείο των Υπαλλήλων Βιβλίου και Χάρτου είναι ένα από αυτά) στις πρώτες κινητοποιήσεις ενάντια στα νέα μέτρα είναι ένα στοιχείο επιπλέον, το οποίο, υπό συνθήκες, μπορεί να λειτουργήσει ως παραδειγματική μορφή οργάνωσης για τους αναγκαίους αγώνες ενάντια στην απόπειρα πλήρους αποδόμησης της κοινωνίας που επιχειρείται από τις κυρίαρχες δυνάμεις.


Στο σημείο αυτό αξίζει να διευκρινιστούν κάποια πιθανά ερωτήματα προς αποφυγή παρερμηνειών και παρεξηγήσεων. Σ’ ό,τι αφορά τη δομή του συνδικαλιστικού κινήματος, η συνέχιση του αγώνα για την αλλαγή των συσχετισμών στο εσωτερικό της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ είναι δεδομένη. Δεδομένη όμως θα πρέπει να θεωρείται και η ανάγκη για την οργάνωση των εργαζομένων σε πρωτοβάθμιο επίπεδο: η δημοκρατία και η αυτοοργάνωση δεν είναι ασύμβατες με την αποτελεσματικότητα και τη διαρκή ανάγκη για την πολιτικοποίηση των επιμέρους αγώνων. Το ζήτημα της ενότητας εν όψει των πολύ ιδιαίτερων κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών δεν είναι ασύμβατο με την ηγεμονία των ιδεών και των πρακτικών που χαρακτηρίζουν την οργάνωσή μας σε ευρύτερο επίπεδο. Η περαιτέρω εμβάθυνση του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και η συνάντηση με άλλες οργανωμένες δυνάμεις της αριστεράς σε επίπεδο νεολαίας θα μας βοηθήσει να δοκιμάσουμε το ιδεολογικό οπλοστάσιό μας σε χώρους αντικειμενικά κοντινούς ή λιγότερο κοντινούς. Η πάλη των ιδεών δεν πρέπει να μας φοβίζει, αν θεωρούμε μάλιστα πως έχουμε την υπεροπλία: πεδίο δόξης λαμπρόν.


 


Υ.Γ. Όσοι και όσες ανησύχησαν για την ενδεχόμενη σπίλωση του ονόματος της “Άγρας”, υπέπεσαν σε δύο τουλάχιστον αντιφάσεις: 1. Η υπενθύμιση της συμβολής του εν λόγω εκδοτικού οίκου στον πολιτισμό, στις τέχνες και τα γράμματα δεν αρκεί για να δικαιώσει τις αποφάσεις της Άγρας” ως μια εταιρεία που απολύει έναν εργαζόμενο της και μάλιστα για ένα ζήτημα στο οποίο η Επιθεώρηση Εργασίας έχει θετική γνωμοδότηση υπέρ του εργαζόμενου. Η ιστορία και το όνομα χρησιμοποιούνται ως νομιμοποιητικές αρχές από τα ιερατεία, τις ποδοσφαιρικές ομάδες και το ΚΚΕ. Εκτός αν οι εν λόγω κύριοι και κυρίες συμφωνούν με τη ρήση, «Όταν η πραγματικότητα δε συμφωνεί με την θεωρία, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα».


2. Η πραγματικά εξαιρετική δουλειά που κάνει ο εκδοτικός οίκος Άγρα δεν είναι άσχετη με την εργασία των ανθρώπων που δουλεύουν γι’ αυτή. Επίσης, το ότι ένας εκδοτικός οίκος συμβάλλει με τα βιβλία που εκδίδει στην υπόθεση της αριστεράς, δε σημαίνει πως παύει να διέπεται από τις αρχές που διέπουν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αυτό δεν εννοούσαν άλλωστε αυτοί που μιλούσαν για αντιφάσεις και σχετική αυτονομία;


ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΙΜΟΣ


ΠΚ Μεταπτυχιακών

Η αναγκαιότητα της κινηματικής αριστεράς στην περίοδο κρίσης…

Η βάση των αποφάσεων του 3ου συνεδρίου της Νεολαίας ΣΥΝ θέτει την ιδεολογικοπολιτική υπόσταση της σύγχρονης μαχόμενης αριστεράς. Θέτει τη γενικότερη αποδογματοποίηση του τρόπου σκέψης και νοοτροπίας της δράσης της αριστεράς. Οι αποφάσεις αυτές, πιο επίκαιρες από ποτέ, είναι τα θεμέλια του και 6ου συνεδρίου της Νεολαίας, το πρώτο μέσα στην οικονομική κρίση του καπιταλισμού.


Η κινηματική αριστερά της αμφισβήτησης, της δράσης και όχι μόνο των εύκολων ιδεολογημάτων, η συγκρουσιακή αριστερά, πρέπει τώρα να κερδίσει τη μάχη της αλλαγής συνειδήσεων. Τώρα, σ’ αυτή την περίοδο που τα κεκτημένα του εργατικού κινήματος δέχονται την πιο χυδαία επίθεση από τους αστούς. Τώρα που τα δημοκρατικά δικαιώματα αμφισβητούνται. Τώρα που οι απολύσεις αυξάνονται, που τα δημόσια αγαθά θυσιάζονται στον βωμό της ‘ανάπτυξης’, που οι τράπεζες πλουτίζουν, που οι αστικές κυβερνήσεις ζητούν εθνική συναίνεση.


Η συγκυρία δεν επιτρέπει εφησυχασμούς. Η από τα κάτω πίεση του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ για μια ακόμα μεγαλύτερη αριστερή στροφή πρέπει να ενταθεί. Ήδη από τις προηγούμενες αποφάσεις των συνεδρίων της οργάνωσης φαίνεται ξεκάθαρα ο στρατηγικός στόχος του σοσιαλισμού της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Με το κύριο ιδεολογικό θεμέλιο της πάλης των τάξεων και της γενικότερης μαρξιστικής ανάλυσης πάνω στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, η οργάνωση πρέπει να ορίσει ότι κινηματική αριστερά δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτήν που έρχεται σε απευθείας ρήξη με το σύστημα. Στηριζόμενοι επίσης στην ανάλυση μαρξιστών φιλοσόφων όπως ο Αλτουσέρ και ο Πουλαντζάς, ορίζουμε με σαφήνεια τις κοινωνικές επεκτάσεις και τη δημιουργία διακρίσεων στην υπερδομή του καπιταλισμού λόγω των παραγωγικών σχέσεων εργασίας.


Ο νέος εργαζόμενος της εργασιακής επισφάλειας, των stage και της ανασφάλιστης εργασίας θα πρέπει να καταλάβει με ποιον είναι το συμφέρον του. Με τους κεφαλαιοκράτες και τους εκφραστές αυτών ή με τη ριζοσπαστική αντικαπιταλιστική αριστερά; Με αυτούς που δίνουν λεφτά σε τράπεζες, που ξεπουλούν τον δημόσιο πλούτο, που αδειάζουν ταμεία ή με την αριστερά που έχει εναλλακτικό πρόγραμμα εξόδου από την κρίση; Με τα αστικά κόμματα εξουσίας που υπερασπίζονται τα συμφέροντα των καπιταλιστών ή με την αριστερά που του δίνει όραμα αλλαγής του κόσμου και μετάβασης στον σοσιαλισμό;


Η οικονομική κρίση του καπιταλισμού αντιμετωπίζεται από τη δική μας αριστερά (δίνεται ξεκάθαρα και στο σχέδιο πολιτικής απόφασης για το συνέδριο) όχι μονάχα ως επιβεβαίωση της μαρξισμού, αλλά ως μία κρίση που έχει δικά της χαρακτηριστικά. Προσπαθούμε έτσι να δώσουμε ουσιαστικές προτάσεις διεξόδου από την κρίση. Είναι αναγκαίο το παγκόσμιο εργατικό κίνημα να έχει υλικές νίκες. Αυτό δεν επιτυγχάνεται με μία γενική και αόριστη επαναστατική φρασεολογία ούτε με ατέρμονη αναμονή για τη μεγάλη κόκκινη νύχτα. Αντιθέτως επιτυγχάνεται με στόχους που μπορούν να βγάλουν την κοινωνία στους δρόμους και να αποκτήσει την εμπειρία του κινήματος.


Υποχρέωση λοιπόν της οργάνωσης είναι για μία ακόμα φορά και μέσα σ’ αυτή την συγκυρία να ορίσει και πάλι ξεκάθαρα, όπως άλλωστε κάνει, πως αρχή και τέλος της αριστερής σκέψης είναι η πάλη των τάξεων. Όπως έχουν υποχρέωση όλα τα μέλη της να παρέμβουν σε κάθε χώρο εργασίας και να οργανώσουν τους εργαζόμενους στη λογική της ταξικής σύγκρουσης. Η εποχή το απαιτεί.


 


ΤΑΡΑΣΙΔΗΣ ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ (πολιτική κίνηση Βόλου)


 

Μικρή συμβολή για έναν προσυνεδριακό διάλογο

Του Δάνη Κουμασίδη*


 


Η ιστορία της αριστεράς ως άθροισμα συνειδήσεων, ιδεών, αγώνων, έχει ένα κοινό πρόσημο: το ότι σε πολλές περιπτώσεις αυτό το πρόσημο στέκει ακατανόητο, πιο δυσερμήνευτο και από κινέζικο ιδεόγραμμα! Παρέλκει ανάμεσα στην αυτοπροβολή των πολιτικών συστημάτων ως ιστορικό μονόδρομο (περιμένει λοιπόν τη σειρά της;) και στην αυτό-αναίρεσή της μέσα από μια σειρά αντιφάσεων και αντικρουόμενων θέσεων (αριστερισμός - ρεφορμισμός, αναπαραγωγή ιεραρχικών δομών - αναρχίζουσες αποκλίσεις). Ίσως τελικά κάθε ερμηνευτικό σχήμα της αριστεράς να χρειάζεται μια αριστοτελική μεσότητα, σε μια εντυπωσιακή αντιστροφή της διαλεκτικής. Κάθε Ιστορία όμως κρύβει μια πλειάδα μικροϊστοριών, σε σημείο να αμφιβάλλουμε για την ίδια τη συγκρότηση της. Μεταξύ των εκατοντάδων ιστοριών, η ιστορία κάθε συντρόφου και συντρόφισσας (στο έξης ά-φυλα υπό το σχηματικό του αρσενικού που θα μπορούσε να είναι και θηλυκό ή ουδέτερο προς επίρρωση του Φρόυντ).


Κάθε σύντροφος διαθέτει -ή είναι- μια τοπικότητα: Ως προς το εύρος των δυνατοτήτων, το υψηλό ή το φαιδρό των απώτερων σκέψεων του, το φιλμ των παραστάσεων, των προθέσεων, της σεξουαλικότητας και των τελικών σκοπών του. Ριζικά ενδεχομενικός, κοινωνική (ενίοτε και φαντασιακή) κατασκευή, ένα μικρό ερωτηματικό υποκείμενο που τολμά να υπερβαίνει τον εαυτό του θέτοντας συνεχώς αμείλικτα ερωτήματα που το υπερβαίνουν και πράττοντας αυτά που κάποιοι δεν τολμούν να φανταστούν. Μπαίνουμε στο συλλογικό (εν προκειμένω στη νεολαία συνασπισμού) για να εντοπίσουμε το ατομικό. «Η κριτική θεωρία της κοινωνίας είναι στο σύνολό της το ξετύλιγμα μίας και μοναδικής κρίσης της ύπαρξης» (Horkheimer Critical Theory: Selected Essays, σελ. 227). «Αν και οι άνθρωποι στο ειδολογικό τους χαρακτηριστικό είναι πρακτικά και δημιουργικά όντα, στον καπιταλισμό υπάρχουν ως αντικείμενα, ως απανθρωποποιημένα όντα, όντα από τα οποία στερείται η υποκειμενικότητα» (Τζον Χόλλογουεη 'Φετιχισμός και Φετιχοποίηση', στο Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία, σελ. 167).


Ας δώσουμε ένα τέλος πια -είμαστε σε καλό δρόμο αναφορικά με αυτό- στις ονοματολογίες του παρελθόντος και στους γραφικούς, τελολογικούς -ισμούς που κατακρημνίζουν την αριστερά περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο πεδίο. Κάθε στοχαστής στην εργαλειακή και αισθητική ζυγαριά. Κάθε σύντροφος στον χώρο του (και με τις δύο έννοιες του χώρου) και όχι στη μιζέρια. Ζούμε καιρούς που η προσταγή «η εργατική τάξη να ζει τόσο ώστε να γεννά την επόμενη» αμφισβητείται - κάποιοι καλούνται να μη ζήσουν και κάποιοι απλώς να επιβιώσουν. Μια καταστροφική μανία, αντίστοιχη με αυτήν που φθάνει να καταστρέφει το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο για να μην καταστραφεί ο ίδιος ο καπιταλισμός.


Μεταβάσεις. Η μετάβαση από το ένα στιγμιότυπο στο άλλο. Ο αγώνας εντός των γλωσσικών ορίων. Ένας οργουελιανός κόσμος απέναντι σε έναν ιμπρεσσιονιστικό. Η σύνδεση της επανάστασης με την ευτυχία και την απόλαυση ταυτόχρονα με τον φόβο της γελοιοποίησης (Foucault). Το ρευστόν της μετανεωτερικότητας οδηγεί στην πληθώρα υπερτροφικών εγώ που έχουν πια τα τεχνικά εκφραστικά μέσα ώστε να ακούγονται -για τα γλωσσικά αμφιβάλλω. Ορισμένα υπερτροφικά εγώ κινούνται κι ανάμεσά μας. Δεν ανακαλύπτω εσωτερικούς εχθρούς, απλώς αναζητώ τις παθολογίες που κάνουν πολιτικούς οργανισμούς της αριστεράς τη μια στιγμή να απογειώνονται και την άλλη να καρκινοβατούν. Η πιο απλή πρώτη λύση; Να πράττουμε.


Αυτές τις συλλογικές και ατομικές παθολογίες ερχόμαστε να θεραπεύσουμε: ταυτόχρονα με την κοινωνική δράση σε μια περίοδο μεγάλων αλλαγών κάθε είδους. Ας μιλήσουμε μεταξύ μας, ας μιλήσουμε με ανθρώπους και ιδέες, ας συν-ομιλήσουμε με τις ριζικές αλλαγές: Κανείς δεν έχασε από τις κειμενικές ομιλίες, εκτός ίσως από τον εφησυχασμό του. Κανείς δεν έχασε από τις πράξεις -ίσως εκτός από τη διάψευση των ανεκπλήρωτων φαντασιώσεών του.


 


* Ο Δάνης Κουμασίδης είναι μέλος της Πολιτικής Κίνησης Πόλης Θεσσαλονίκης.


 

Μια μαζική, αποτελεσματική, αριστερή οργάνωση νεολαίας

Του Νάσου Ηλιόπουλου*


 


Κύριο χαρακτηριστικό της σημερινής συγκυρίας είναι η τεράστια κρίση στην οποία βρισκόμαστε. Αναφερόμαστε δηλαδή σε μια περίοδο επαναδιαπραγμάτευσης του συσχετισμού δύναμης. κάτι το οποίο φέρνει την ανάγκη για συνολική αναβάθμιση της παρέμβασης της αριστεράς στο βαθμό που θέλουμε ο κόσμος της εργασίας να βγει όρθιος από αυτή την κρίση.


Έννοια-κλειδί της ανάλυσης μας αποτελεί η οικονομία των αναγκών ως συνολικά ανταγωνιστικό σχέδιο για την οργάνωση της κοινωνίας απέναντι στη σημερινή οικονομία του κέρδους. Οι επιλογές που έχουν γίνει από τη μεριά των διαχειριστών της κρίσης μας δείχνει ότι στόχος τους είναι η διάσωση της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Προσπαθούν να μετατρέψουν την κρίση σε ευκαιρία για το βάθεμα του νεοφιλελευθερισμού. Η απάντηση μας πρέπει να περιλαμβάνει τόσο ένα άμεσο σχεδιασμό για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης από τη μεριά του κόσμου της εργασίας και των συμμάχων του, όσο και ένα σχεδιασμό που θα έχει ως στόχο την ανατροπή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.


Η δεύτερη έννοια-κλειδί είναι αυτή της αριστεράς του αποτελέσματος. Αναγκαία συνθήκη για την ανατροπή της σημερινής κατάστασης είναι η από την μεριά μας επίθεση στον σκληρό πυρήνα της κυρίαρχης ιδεολογίας. Στην αντίληψη δηλαδή που υπερασπίζεται ότι ανεξαρτήτως του δίκιου που μπορεί να έχουμε είναι φυσικός νόμος το να μην μπορούμε να ανατρέψουμε τον σημερινό μονόδρομο. Αυτό το οποίο σήμερα πρέπει να κερδίσουμε δεν είναι το δίκιο αλλά η δυνατότητα να πετυχαίνουμε νίκες.


Η συγκεκριμένη γραμμή έρχεται πρώτα από όλα σε ρήξη με την κυρίαρχη στο εσωτερικό του ΚΚΕ λογική που έχει οδηγήσει τις δυνάμεις του να δίνουν αυτό που έχουμε ονομάσει ως «αγώνες χωρίς διακύβευμα», αγώνες δηλαδή που δεν έχουν ως πρώτο τους στόχο την επιτυχία αλλά την οικοδόμηση ενός πλατύτερου κομματικού ακροατηρίου. Η πρακτική του ΚΚΕ στο μαζικό κίνημα παραπέμπει τα πάντα για την στιγμή που θα αλλάξει χέρια η εξουσία, αρνούμενο ότι μπορούμε να πετυχαίνουμε νίκες εντός του καπιταλισμού. Παράλληλα η συγκεκριμένη γραμμή έρχεται σε ρήξη με μία σοσιαλδημοκρατική αντίληψη «πολιτικού ρεαλισμού» που χρησιμοποιώντας την έννοια των επιμέρους αλλαγών αρνείται να δώσει οποιονδήποτε αγώνα θεωρεί ότι δεν μπορεί να κερδίσει άμεσα.


Για εμάς η νίκη, δηλαδή η κατάκτηση συγκεκριμένων διεκδικήσεων, είναι ένα μόνο από τα κομμάτια του αποτελέσματος, που μπορεί να περιλαμβάνει μη μετρήσιμους όρους όπως ο μετασχηματισμός των συνειδήσεων αυτών που συμμετέχουν σε ένα αγώνα και η συσσώρευση όρων έτσι ώστε ακόμα και ένας χαμένος αγώνας να αφήσει πίσω του υλικό που μπορεί να οδηγήσει σε μία μελλοντική νίκη. Με αυτή την έννοια όταν αναφερόμαστε στην αριστερά του αποτελέσματος αναφερόμαστε στο κριτήριο με βάση το οποίο πρέπει να οργανώνουμε την δράση μας, να επιλέγουμε τα μέτωπα και τις αιχμές μας.


Με βάση τα παραπάνω ερχόμαστε και στο στοίχημα του συνεδρίου μας, τη δημιουργία μιας αποτελεσματικής αριστερής οργάνωσης νεολαίας. Μέσα από τη συλλογικότητα η οργάνωση πρέπει πρώτα από όλα να μετασχηματίζει εμάς του ίδιους, να μας βοηθάει να ερχόμαστε σε ρήξη με τον ίδιο μας τον εαυτό και τις αντιλήψεις που έχουμε διαμορφώσει.


Το πιο δύσκολο αλλά και σημαντικό για να μπορέσουμε να είμαστε αποτελεσματικοί είναι να έρθουμε σε ρήξη με την «πολιτική της εκφώνησης». Αυτό σημαίνει ότι σήμερα σε συνθήκες καθολικής αποδιάρθρωσης του κοινωνικού ιστού το πρώτο μας καθήκον είναι μέσα από την παρέμβαση μας να δημιουργήσουμε παντού συλλογικότητες, οι οποίες όμως δεν θα περιορίζονται στον τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να κάνουμε πολιτική μέχρι σήμερα. Σήμερα το κυρίαρχο πρόβλημα της αριστεράς δεν είναι το «τι λέει» αλλά το «τι κάνει». Δεν υπάρχουν έτοιμα και συγκροτημένα κοινωνικά υποκείμενα και διαδικασίες στο εσωτερικό τον οποίον πρέπει απλά να παλεύουμε για την γραμμή μας, αλλά πρέπει να συγκροτηθούν από την αρχή. Παράλληλα δεν μπορεί η πολιτική μας να ανάγει τη λύση των προβλημάτων στην ανάληψη της εξουσίας από εμάς ή απλά να στηρίζεται στην πίεση των κρατικών θεσμών για την υλοποίηση των διεκδικήσεων μας. Πρέπει να μπορούμε να οργανώνουμε δίκτυα αλληλεγγύης και αυτόοργάνωσης που θα δημιουργούν στο σήμερα εναλλακτικά παραδείγματα.


Όλα τα παραπάνω όμως θα μείνουν απλά συνθήματα στον βαθμό που δεν αγωνιστούμε με όλες μας τις δυνάμεις για την περαιτέρω μαζικοποίηση της οργάνωσης και διεύρυνση της δουλειάς μας σε όλους τους χώρους νεολαίας. Πρώτος στόχος είναι η εργαζόμενη νεολαία, στην οποία πλέον συσπειρώνουμε ένα κομμάτι που μας επιτρέπει να σχεδιάσουμε και να δράσουμε στους εργασιακούς χώρους. Μέχρι το επόμενο συνέδριο όμως πρέπει να έχουμε καταφέρει περισσότερο από ποτέ να έχουμε γίνει μια οργάνωση νεολαίας, μια οργάνωση που θα στηρίζεται με την δράση της στα όνειρα και τις ανάγκες των νέων ανθρώπων, μια οργάνωση που θα δίνει μάχες, θα φέρνει αποτελέσματα και θα μπορεί να νικά.


 


* Ο Νάσος Ηλιόπουλος είναι μέλος του Κ.Σ. Νεολαίας ΣΥΝ.


 


 


 


 

 
eXTReMe Tracker