Ώρα για πατριωτικό μέτωπο με τη σφραγίδα της αριστεράς

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΓΕΩΡΓΑΚΑΚΗ


Η νέα κυβέρνηση Παπαδήμου, που μας πρόκυψε, έχει αποστολή, ψηφίζοντας νέους νόμους και μέτρα, να ολοκληρώσει και να εφαρμόσει ένα υπερμνημόνιο δεκαετίας και βάλε, υπερμνημόνιο ακραίας νεοφιλελεύθερης πολιτικής κατεδάφισης των δικαιωμάτων και παροχών σε μισθωτούς, συνταξιούχους, ανέργους, σε βάρος του πλούτου, ακόμη και της κυριαρχίας του τόπου.


 


Πολλοί «παπάδες» πρωθυπουργοί


Πέραν του δικτάτορα «Παπα»δόπουλου της επταετίας, τα δύο τελευταία χρόνια βλέπουμε να διαφεντεύουν τον τόπο μας διάφοροι «παπάδες». Η διετία 2009-2011 ξεκίνησε με τον Γιώργο «Παπα»νδρέου, που έβαλε υπασπιστή (!) του στο κρίσιμο υπουργείο Οικονομικών τον Γ. «Παπα»κωνσταντίνου. Η σύμπτωση τόφερε με την απομάκρυνση Παπανδρέου από την πρωθυπουργία ένας νέος «παπάς», ο «Παπα»δήμος, να αναλάβει σήμερα (7.11) την πρωθυπουργία της χώρας.


Βεβαίως, πέρα της αδιάφορης αυτής σύμπτωσης, η πραγματική σύμπτωση, το κοινό των διαφόρων αυτών «σωτήρων» που προαναφέρθηκαν, δεν είναι το προσδιοριστικό «Παπα-» στο επίθετό τους, αλλά η αφοσίωση όλων αυτών των ηγετών στον ένα και μοναδικό θεό. Το Κεφάλαιο και ειδικότερα το Κεφάλαιο των χωρών της Ευρωζώνης (κυρίως Γερμανίας και Γαλλίας), αλλά και της χώρας μας.


 


Το μέτωπο ενάντια στον λαό και την αριστερά


Όπως έγραψα σε προηγούμενο άρθρο μου, «θεοί» και δαίμονες έχουν συμμαχήσει εις βάρος του τόπου και του λαού. Τα τελευταία δύο χρόνια ιδιαίτερα η Ελλάδα αντιμετωπίζει μία φρικτή ιερή συμμαχία δυνάμεων που εξουσιάζουν ή επηρεάζουν με τον ένα ή άλλο τρόπο τη πορεία της χώρας μας.


Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Όλι Ρεν, η Μέρκελ, ο πρόεδρος του ΣΕΒ Δημ. Δασκαλόπουλος, ο κ. Σημίτης, πρόθυμοι πρώην αριστεροί και σήμερα ερπετά και επικίνδυνοι δεξιοί (Δαμανάκη, Ανδρουλάκης) δρουν συντονισμένα εις βάρος του τόπου.


Πρόσφατα μπήκε ακόμη και η Εκκλησία στον χορό. Όπως διαβάσαμε ο Ιερώνυμος κάλεσε τις υπεύθυνες (!) πολιτικές δυνάμεις να επιτελέσουν το καθήκον τους, ενώ ο μητροπολίτης Άνθιμος κάλεσε «τους πολιτικούς αρχηγούς όλων των κομμάτων που εκπροσωπούνται στην ελληνική Βουλή να πράξουν το παν για την εξασφάλιση της εθνικής ενότητας και την επιτυχή αντιμετώπιση των προβλημάτων με την Ε.Ε.».


Είναι πια εμφανές το μέτωπο που έχει συμπτυχθεί ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα. Με τη συμβολή των μέσων ενημέρωσης που υπηρετούν το κατεστημένο η επίθεση είτε άμεσα είτε με τον αποκλεισμό τους κατευθύνεται και ενάντια στην αριστερά.


 


Αντικειμενική εκτίμηση: Ήττα της αριστεράς και του λαϊκού κινήματος


Με το άρθρο μου αυτό επαναλαμβάνομαι, αφού η ουσία πρόσφατου άρθρου μου ήταν ίδια: η ανάγκη συσπείρωσης και κοινών δράσεων της όλης αριστεράς. Υπάρχει λοιπόν λόγος επανάληψης; Δεν δημιουργεί ανία η επανάληψη; Ίσως. Όμως δεν είναι περιττή. Η αριστερά οφείλει επιτέλους να συνειδητοποιήσει δύο καταστάσεις.


Πρώτον: Η ξένη και ντόπια ολιγαρχία πέτυχαν τις τελευταίες δεκαετίες με τη βοήθεια της διεθνούς ολιγαρχίας να καθυποτάξουν ιδεολογικά, θεσμικά, πολιτικά την εργατική τάξη και την αριστερά. Δεν πρέπει να φοβόμαστε να μιλήσουμε για μεγάλη ήττα. Εκτίμηση βεβαίως που δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε μοιρολατρία, ότι υιοθετούμε την αντίληψη για το «τέλος της ιστορίας», αλλά σε συνειδητοποίηση της ανάγκης δυναμικής αντεπίθεσης.


 


Καθοδηγητές οι Θεοδωράκης και Γλέζος


Αριστερά και λαϊκό κίνημα οφείλουν σήμερα να απαντήσουν στους εκβιασμούς, να ενημερώσουν αντικειμενικά τον λαό να αντισταθεί στα αντεργατικά και γενικότερα αντικοινωνικά μέτρα και κυρίως χωρίς καθυστέρηση να προετοιμάσουν την αντεπίθεση και για το πρόβλημα διακυβέρνησης της χώρας από αριστερές, αντινεοφιλελεύθερες και ευρύτερες πατριωτικές και άλλες ριζοσπαστικές δυνάμεις, όπου το στίγμα θα δίνει η αριστερά.


Όταν πια βλέπουμε το ευρύτερο αντιδραστικό και αντεθνικό μέτωπο που έχει συμπτυχθεί εις βάρος του τόπου και του λαού, δεν επιτρέπεται καμία από τις παραπάνω δυνάμεις να απουσιάσει από την αντεπίθεση. Καμία αριστερή πολιτική δύναμη του τόπου αλλά και καμία κοινωνική δύναμη (με μπροστάρη την εργατική τάξη) δεν πρέπει να απουσιάσει από έναν αγώνα σωτηρίας του τόπου και του λαού.


Εκτιμώντας ότι την τελευταία περίοδο γίνονται ορισμένα ενωτικά βήματα, θεωρώ ότι αυτά πρέπει και να επιταχυνθούν αλλά και να αποκτήσουν νέα ποιότητα. Απαιτούνται τολμηρές πρωτοβουλίες και θέλω να είμαι αισιόδοξος ότι επιτέλους θα δούμε να αναλαμβάνονται από τις ηγεσίες σύμπασας την αριστεράς (Παπαρήγα, Τσίπρα, Χάγιο, Αθανασίου, Θεωνά, Μπανιά κ.λπ.). Δεν επιτρέπεται καμιά ηγεσία πλέον να σφυρίζει αδιάφορα, ενώ πρέπει να αναπτυχθούν πολύπλευρες ενωτικές πρωτοβουλίες από τα κάτω.


Το ενωτικό προσκλητήριο που έχουν απευθύνει επανειλημμένα οι βετεράνοι της αριστεράς όπως ο Γλέζος, ο Θεοδωράκης, ο Μπιτσάκης κ.ά. δεν μπορούν να μας αφήνουν αδιάφορους.


Όταν η Δεξιά κάνει τις υπερβάσεις της και βλέπουμε να δείχνουν προθυμία να συνεργαστούν ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ., Καρατζαφέρης, Μπακογιάννη, δεν νοείται δυστοκία και συνέχιση της διαίρεσης στον αριστερό και ευρύτερα ριζοσπαστικό χώρο. Γιατί να συμπτύσσει μέτωπο η ευρύτερη δεξιά και να μην συντονίζεται επιτέλους η ευρεία αριστερά;


Αν είναι επείγον σήμερα να φύγει η πανούκλα (τρόικα) και η πολιτική του Μνημονίου και η δημιουργία προϋποθέσεων για μια νέα δημοκρατική και σοσιαλιστική Ελλάδα, το πολιτικό ζήτημα είναι επείγον. Το ζήτημα εξουσίας από αντινεοφιλελεύθερες και αριστερές δυνάμεις είναι αναγκαιότητα για τον τόπο.


Σε αυτό οφείλει να συντονίσει η αριστερά όλες της τις δυνάμεις. Χθες τη νύχτα συμβουλευόμενος το μαξιλάρι -όπως έλεγε και ο Χαρίλαος- σκεφτόμουνα ένα ψηφοδέλτιο με επικεφαλής επικρατείας Γλέζο και Θεοδωράκη και στελέχωση με την όλη Αριστερά. Ακόμη και τα όνειρα τα χρειαζόμαστε.

Ο νέος Συνασπισμός Εξουσίας

Του Δημήτρη Γιατζόγλου


 


1. Ο ΣΥΝ προτείνει ένα πολιτικό σχέδιο για την έξοδο από την καταστροφική κρίση. Η πρόταση, με αφετηρία τη συγκυρία, επιχειρεί μια συνολικά εναλλακτική απάντηση στις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Ταυτόχρονα όμως εγγράφεται στο στρατηγικό πεδίο της μακροπρόθεσμης διαδικασίας των μεγάλων μετασχηματισμών για ριζικά διαφορετική οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων.


Οι έννοιες που χρησιμοποιούνται για τη διατύπωση της πρότασης, οι προγραμματικές επιλογές, το ιδεολογικό της υπόβαθρο (συνασπισμός εξουσίας / εναλλακτικό υπόδειγμα ανάπτυξης / επανάκτηση του δημόσιου χώρου...) επιβεβαιώνουν το στρατηγικό της βάθος. Την καθιστούν πρόταση συνάρθρωσης του άμεσου με το μακροπρόθεσμο. Πρόταση που μπορεί να αποκαταστήσει στο παρόν τη δραστικότητα της στρατηγικής του δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό. Πρόταση που δεν έρχεται να προσθέσει ένα ακόμα «στάδιο» στη διαδικασία μετάβασης, αλλά επιχειρεί να την ενοποιήσει.


2. Η πρόταση εγείρει οπωσδήποτε νέα και δύσκολα ερωτήματα για τα οποία η αριστερά δεν διαθέτει ίσως επαρκείς απαντήσεις.


Όντως «μπορεί να γίνει άλλοθι για ανεπιθύμητες πολιτικές μετατοπίσεις». Μια αντιμνημονιακή συσπείρωση, χωρίς σαφή χαρακτηριστικά, μπορεί πράγματι να «περιοριστεί σε μια συνεργασία χωρίς κοινό εναλλακτικό προγραμματικό παρονομαστή». Αλλά, από την άλλη μεριά, μια «συμπαγέστερη» κοινωνική συσπείρωση και μια «καθαρότερη» πολιτική συμμαχία, περιορισμένη στον χώρο της ιστορικής αριστεράς, έχει μεγάλες πιθανότητες -με τους σημερινούς συσχετισμούς- να οδηγήσει στην καθήλωση στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή της τριτοδιεθνιστικής αντίληψης.


Οι υπαρκτές δυσκολίες του εγχειρήματος είναι για την ανανεωτική και ριζοσπαστική αριστερά μια πρόκληση. Πρόκληση στην ικανότητά της να ανασυνθέσει μια πρωτογενή συσπείρωση, να την προσανατολίσει, να την καταστήσει «πλειοψηφική δύναμη των αναγκαίων αντικαπιταλιστικών μετασχηματισμών». Πρόκειται δηλαδή για το στοίχημα της ηθικο-πολιτικής ηγεμονίας, την οποία δεν εκχωρεί η ιστορία σε κάποιους παράκλητους, αλλά διεκδικείται και κερδίζεται.


3. Οι ρυθμοί υλοποίησης της πρότασης του ΣΥΝ είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας. Ο νεοφιλελευθερισμός επιβάλλει τη ραγδαία «ιδιωτικοποίηση της κοινωνίας», διαλύοντας κάθε εστία αλληλεγγύης και συλλογικότητας. Η κρίση ρευστοποιεί τον πολιτικό χώρο, παράγοντας αντιφατικούς προσανατολισμούς και επικίνδυνες αντιπολιτικές αναζητήσεις. Το ΠΑΣΟΚ αποσαθρώνεται και χάνει την κεντρικότητά του στη διάταξη των πολιτικών δυνάμεων. Η συνεχώς διευρυνόμενη κοινωνική βάση αμφισβήτησης των ασκούμενων έχει ανάγκη από τη θετικότητα μιας άμεσης πρωτοβουλίας αντίρροπης στον κατακερματισμό και στην παθητικότητα. Η πρόταση του ΣΥΝ πρέπει να προχωρήσει στη δοκιμασία της υλοποίησης, έστω και με τις όποιες σηματοδοτήσεις είναι διαθέσιμες σήμερα. Ο οδικός χάρτης θα φτιαχτεί στην πορεία από όσους στρατευθούν στο εγχείρημα, διασταυρώνοντας εμπειρίες και βιώματα με τις αναγκαίες θεωρητικές κατακτήσεις.


Από την άποψη αυτή, οι αντιρρήσεις και διαφωνίες που έχουν εκφραστεί είναι ενσωματώσιμες στην προβληματική της πρότασης, ως σημεία διορθωτικών παρεμβάσεων και ελέγχου και όχι λόγος ακύρωσης της πρωτοβουλίας.


4. Οι δύο πυλώνες του πολιτικού σχεδίου που ο ΣΥΝ προτείνει (η συγκρότηση του νέου συνασπισμού εξουσίας και οι προγραμματικοί άξονες των μετασχηματισμών) τελούν υπό τους όρους ενός αμοιβαίου προσδιορισμού: Το πρόγραμμα αποτελεί συνθήκη για τη συγκρότηση και τη συνοχή του Συνασπισμού. Τα προτεινόμενα μέτρα και πολιτικές αποκτούν την υπόσταση προγράμματος μέσα από την πολιτική δράση του Συνασπισμού. Υπάρχει ωστόσο κατά τη γνώμη μου ένα έλλειμμα: Οι πολιτικές πρωτοβουλίες που θα προωθήσει ο ΣΥΝ έχουν ανάγκη από την υποστήριξη ενός ιδεολογικού σχεδίου το οποίο θα επικαιροποιεί και θα εμπλουτίζει τις θεωρητικές και στρατηγικές κατακτήσεις της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς. Ένα ιδεολογικό σχέδιο συστηματικά αποδομητικό της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και κριτικά αντιπαραθετικό στο μεταμοντέρνο ιδεολογικό κοκτέιλ της σοσιαλδημοκρατίας. Ένα ιδεολογικό σχέδιο που θα επαναφέρει στο επίκεντρο το αίτημα για την πολιτική, όχι ως τεχνική διαχείρισης του υπάρχοντος, αλλά ως πρακτική χειραφέτησης των ανθρώπων και ως υπεράσπιση βασικών αξιών της νεωτερικότητας, των οποίων η υπονόμευση οδηγεί σε μια αποκρουστική ανθρωπολογική μετάλλαξη των κοινωνιών.


5. Αν οι έννοιες που χρησιμοποιούνται για τη διατύπωση της πρότασης δεν είναι περιγραφικές και οι λέξεις δεν είναι τυχαίες τότε απαιτούνται αποσαφηνίσεις. Επιλέγω κάποια σημεία θίγοντας τα αναγκαστικά με αξιωματικό τρόπο.


Α. Η έννοια «συνασπισμός εξουσίας» αποτελεί για τη δική μας αριστερά έννοια ιδρυτική-καταστατική, η οποία παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις αποτελεί ενοποιητική στρατηγική έννοια για το σύνολο του χώρου. Αναφέρεται τόσο στη φάση «άσκησης της εξουσίας» όσο και στην ιστορική φάση της διεκδίκησής της. Εκφράζει την ανάγκη πιο ώριμων και προχωρημένων λύσεων στο πρόβλημα του δυισμού κοινωνικό / πολιτικό. Εκφράζει επίσης τη δυνατότητα συγκρότησης ενός ιστορικού πολιτικού υποκειμένου (χωρίς αναγκαστικά μονοκομματική έκφραση) το οποίο θα καθοδηγήσει τη μακρά πορεία μετάβασης, μέσα από τη συνεχή διεύρυνση του δημοκρατικού πεδίου, κινητοποιώντας την πλειοψηφία της κοινωνίας. Η έννοια συγκροτεί μέτωπα: Έναντι του πολιτικού σεχταρισμού. Και ταυτόχρονα έναντι του «εξελικτικού μεταρρυθμισμού», στο πλαίσιο του οποίου το κίνημα απορροφά και καταργεί τον σκοπό. Έναντι επίσης εκείνου του ρεύματος του «κινηματισμού» που αποστρέφεται ό,τι έχει να κάνει με το ζήτημα της εξουσίας. Η έννοια διαφέρει από την κλασική αντίληψη κοινωνικής συμμαχίας περιορισμένης σε μια συγκυρία, όπως και από αυτήν του πολιτικού μετώπου στη βάση ενός ελάχιστου πολιτικού προγράμματος. Περιγραφικά θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια κοινωνικο-πολιτική συμμαχία μεγαλύτερης διάρκειας και περισσότερο «οργανική» προγραμματικά. Υποστηρίζω όμως ότι το κύριο χαρακτηριστικό της είναι ότι πρόκειται για μια συμμαχία υπό ηγεμονία.


Β. Το προτεινόμενο πρόγραμμα έχει ως σημείο εκκίνησης τη συγκυρία. Οι αιχμές του αφορούν τον καπιταλισμό στη σημερινή νεοφιλελεύθερη υπόστασή του. Ωστόσο, οι λύσεις που προτείνονται υπερβαίνουν τη συγκυρία και υπονομεύουν θεμελιακά στοιχεία της καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας. Έχω όμως την πεποίθηση ότι είναι ένα αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα για ένα βασικότερο λόγο: Ο καπιταλισμός είναι αδύνατο να επιστρέψει στο παρελθόν του. Ένας μακροχρόνιος κεϋνσιανός συμβιβασμός του κεφαλαίου με τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις είναι αδύνατο να ανασυσταθεί σήμερα.


Ας επιστρέψουμε στη συγκυρία. Ο ΣΥΝ απευθύνει την πρότασή του «σε κάθε άνθρωπο που σήμερα υποφέρει» από την κρίση και αυτό είναι αυτονόητο. Ωστόσο, η κοινωνική συμμαχία δεν θα είναι το άθροισμα των πολιτών που συντρίβονται από τον νεοφιλελευθερισμό και απορρίπτουν την «πολιτική των μνημονίων». Θα συγκροτηθεί ως αρθρωμένο σύνολο κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Η κεντρική θέση της εργατικής τάξης και των μισθωτών εργαζομένων είναι προϋπόθεση για τη συνοχή του Συνασπισμού και τον σταθερό προσανατολισμό των αγώνων. Απαιτεί βεβαίως την αναμέτρηση με υπαρκτά προβλήματα κορπορατιστικού κατακερματισμού, που υπονομεύουν την άσκηση ενός ηγεμονικού ρόλου.


Η συμμαχία με τα μεσοστρώματα είναι ζήτημα - κλειδί για τη συγκρότηση του Συνασπισμού. Η συντελούμενη μετατροπή της κρίσης του κεφαλαίου σε κρίση της εργασίας διευρύνει τις αντικειμενικές δυνατότητες μιας τέτοιας συμμαχίας, καθώς οι υλικοί όροι ύπαρξης και αναπαραγωγής των μεσοστρωμάτων διαλύονται. Ωστόσο το παρελθόν επιβάλλει μια καθαρή ματιά χωρίς ωραιοποιήσεις: Τα εύπορα μεσοστρώματα υπήρξαν «πρωταθλητές» της φοροδιαφυγής σ’ όλη την περίοδο της κυριαρχίας του δικομματισμού. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ουδέποτε υπήρξαν «υπόδειγμα υγιούς επιχειρηματικότητας». Η άνευ όρων πολιτική ιδιοποίηση των μεσοστρωμάτων, προκειμένου να χτιστεί και να αναπαραχθεί ο ΠΑΣΟΚικός συνασπισμός εξουσίας, οδήγησε στον χυλό της κεντροποίησης της πολιτικής αντιπαράθεσης. Το διακύβευμα λοιπόν με τα μεσοστρώματα είναι να «αναγνωρίσουν» τον ρόλο και την προοπτική τους σ’ ένα Πρόγραμμα διαρκούς αλληλεγγύης με τις δυνάμεις της μισθωτής εργασίας κι όχι επιστροφής σε απολεσθέντα προνόμια. Από πολιτική άποψη, με δεδομένη την προσήλωση στην ενότητα της αριστεράς, το δύσκολο πρόβλημα είναι η συμμετοχή και η ενσωμάτωση στον Συνασπισμό του κόσμου του ΠΑΣΟΚ που «αποστασιοποιείται από τις νεοφιλελεύθερες επιλογές και πρακτικές της ηγεσίας του».


Ο τρόπος με τον οποίο απευθυνόμαστε σ’ αυτό τον κόσμο έχει τη σημασία του. Η πρόσκλησή μας είναι πρόσκληση οργανικής ένταξης του σε ένα νέο ηγεμονικό πολιτικό σχέδιο, χωρίς την ενθάρρυνση δημιουργίας ενδιάμεσων πολιτικών μορφωμάτων που λειτουργούν ως αναχώματα και χωρίς τη διαμεσολάβηση πολιτικών μεσαζόντων, αμφίβολης πολιτικής και ηθικής δέσμευσης. Το στοίχημα με λίγα λόγια είναι να κοπεί ο ομφάλιος λώρος με τον γενέθλιο χώρο και να ελαχιστοποιηθεί η συντήρηση εφεδρειών για την αναπαραγωγή του. Ο διάλογος με τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να έχει στόχο την κολακεία ενός παρελθόντος - μήτρας της σημερινής νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης του ΠΑΣΟΚ. Εμείς απευθυνόμαστε στους πολίτες αυτούς προβάλλοντας τα «σκληρά», τα απαιτητικά χαρακτηριστικά της ταυτότητας της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς. Και επιδιώκουμε να πειστούν για την ορθολογικότητα των προταγμάτων του δημοκρατικού σοσιαλισμού.


Σε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική περίοδο το ζήτημα των συμμαχιών αποτέλεσε σταθερό σημείο διαλόγου, αντιπαραθέσεων και ενίοτε σφοδρών ιδεολογικών συγκρούσεων στον χώρο μας. Το πρόβλημα συμπυκνώνεται στις σχέσεις του εκάστοτε κύριου φορέα της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς με το ΠΑΣΟΚ. Πλήθος στρατηγικών επιλογών και τακτικών κινήσεων αναπτύχθηκαν: από την αντιδεξιά συσπείρωση των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων, στην κάθετη αναμέτρηση την περίοδο του '89 και από κει στη στάση απέναντι στο εγχείρημα του «σημιτικού εκσυγχρονισμού».


Προσωπικά, συμμετείχα σε προβληματισμούς και πολιτικές πρωτοβουλίες, με στόχο μια συνεκτικότερη σύγκλιση και ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου, στη βάση των κύριων στρατηγικών επιλογών της Ανανεωτικής Αριστεράς. Σύγκλιση που θα οδηγούσε σ’ αυτό που χαρακτηρίστηκε ως κεντροαριστερός συνασπισμός εξουσίας. Η σταδιακή αποκοπή του ΠΑΣΟΚ από τα στοιχειώδη προτάγματα της σοσιαλδημοκρατίας και η ολοκληρωτική προσχώρησή του στην εμπροσθοφυλακή του νεοφιλελευθερισμού διέψευσε τις σχετικές εκτιμήσεις και ακύρωσε οριστικά την πραγμάτωση αυτού του πολιτικού σχεδίου.


Ωστόσο, το ζήτημα της συγκρότησης ενός νέου συνασπισμού εξουσίας ευρύτερου από τα όρια της ιστορικής αριστεράς παραμένει ζήτημα ανοιχτό και κρίσιμο. Από την άποψη αυτή, η προώθηση του πολιτικού σχεδίου που προτείνει ο ΣΥΝ υποδεικνύει μια σοβαρή εναλλακτική δυνατότητα.


 


16.10.2011


 

Που βαδίζει ο ΣΥΝ;

Του Γιώργου Βλαχογιώργου*


Έχει περάσει περισσότερο από ένας χρόνος από το τελευταίο συνέδριο του ΣΥΝ τον Ιούνιο του 2010. Σε αυτό το διάστημα η καπιταλιστική κρίση έχει βαθύνει και οι εργαζόμενοι και τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα συνεχίζουν να χάνουν εισοδήματα, εργασιακά δικαιώματα ή την προστασία του κοινωνικού κράτους, ενώ η κυβέρνηση προχωράει σε ένταση της καταστολής ως προειδοποίηση προς τον λαό ότι δεν θα ανεχθεί κανενός είδους διεκδίκηση ή αμφισβήτηση της πολιτικής της.


Εμείς πού βρισκόμαστε; Η ηγεσία του κόμματος είναι αγκιστρωμένη σε έναν στείρο - κατά την άποψή μας - «ευρωπαϊσμό» που δεν οδηγεί πουθενά αλλά μόνον σε ευχολόγια του τύπου « όταν οι λαοί της Ευρώπης ξεσηκωθούν» ή «όταν ένα πλατύ προοδευτικό ρεύμα αναδειχθεί στην Ευρώπη» που πολύ συχνά τα ακούμε και τίποτα δεν βλέπουμε. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι οι προτάσεις μας για έξοδο από την καπιταλιστική κρίση να είναι άνευρες, ενσωματόσημες ανεμπνευστές πόρρω απέχουσες από την παράδοση της ριζοσπαστικής αριστεράς. Αναφέρω ως παράδειγμα το θέμα του «ευρωομόλογου» που οσονούπω έρχεται, μαζί με ένα πακέτο πανευρωπαϊκής λιτότητας, για να δούμε τότε τι θα λέμε ή την καραμέλα της αναδιανομής του εισοδήματος, λες και μπορείς μέσα στην ΟΝΕ, να εφαρμόσεις πολιτικές κοινωνικού κράτους ή ακόμα χειρότερα φορολόγησης του κεφαλαίου ή στο τέλος-τέλος πολιτική δημοσίων επενδύσεων όταν όλη η αρχιτεκτονική του ευρώ στηρίζεται στην εξυπηρέτηση των αγορών.


Σήμερα στις 31.8.2011 που γράφονται αυτές οι γραμμές σε μεγάλη αθηναϊκή εφημερίδα αποκαλύπτεται ότι η κυβέρνηση έχει αναθέσει σε ειδικό αμερικάνικο δικηγορικό γραφείο -την Clearly Gottlieb, Steen and Hamilton LLP- την εξέταση νομικών σεναρίων για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, που περιλαμβάνουν την έστω παροδική έξοδο από την ΟΝΕ αλλά και από την Ε.Ε., όπως το άρθρο 50 της συνθήκης του Μάαστριχτ προβλέπει. Για άλλη μια φορά κινδυνεύουμε να βρεθούμε πίσω από τα γεγονότα και να τρέχουμε να δηλώνουμε ποιο είναι το είδος της εξόδου από την ΟΝΕ και Ε.Ε. υπέρ των εργαζομένων και ποιο υπέρ του κεφαλαίου.


Όπως κάποιοι και κάποιες θα θυμούνται στο τελευταίο συνέδριο του ΣΥΝ, έθεσα υποψηφιότητα για την προεδρία του κόμματος με μοναδικό σκοπό να αναδειχθεί σε κεντρικό θέμα η συζήτηση για ένα πρόγραμμα που θα απευθύνεται σε όλη την αριστερά αλλά και τη γενικότερη αντιμνημονιακή μερίδα των πολιτών με σκοπό μια λαϊκή κυβέρνηση που συνοπτικά το πρόγραμμά της θα ήταν, άρνηση πληρωμής του χρέους -έξοδος από την ΟΝΕ, κρατικοποίηση των τραπεζών- αποκατάσταση των εργασιακών δικαιωμάτων και των εισοδηματικών απωλειών του λαού- ανακατανομή του εισοδήματος μέσω της φορολογίας αλλά και ανάπτυξης του κοινωνικού κράτους, και τέλος μέσα από ένα γενναίο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων την ανασύσταση της παραγωγικής μηχανής της χώρας. Το εγχείρημα δεν επέτυχε διότι αποφασίστηκε από την ηγεσία του κόμματος σε άτυπη σύσκεψη -την οποία είμαι σε θέση να γνωρίζω- την υποβάθμιση της υποψηφιότητας προχωρώντας και σε καταστατικές παραβιάσεις, για δύο λόγους κατά την εκτίμησή μου, πρώτον δεν θεωρήθηκε ικανό το μέγεθος του υπογράφοντος να αντιπαρατεθεί με τον Αλέξη Τσίπρα, λες και υπάρχει καταστατικός όρος για το μέγεθος των υποψηφίων προέδρων του ΣΥΝ, και δεύτερον η υποψηφιότητα έπεσε θύμα της συνωμοσίας σιωπής που επιβάλλει η ηγεσία του κόμματος για τα θέματα που αντιτίθενται στον στείρο ευρωποκεντρισμό της.


Τα ερωτήματα όμως από τη μεριά μου παραμένουν και κυρίως απευθύνονται στο «αριστερό ρεύμα» και ειδικότερα στον Παναγιώτη Λαφαζάνη. Ο σύντροφος Λαφαζάνης ορθά διατείνεται ότι ήδη από το 1998 είχε τοποθετεί και είχε προβλέψει τα αδιέξοδα της ΟΝΕ, πράγμα που είναι γεγονός, το ερώτημα είναι γιατί μέχρι σήμερα που προσπαθεί να το αναδείξει σε κεντρικό θέμα δεν έθετε αυτός και η τάση της οποίας πρακτικά ηγείται την έξοδο από την ΟΝΕ σαν κεντρικό θέμα του κόμματος; Υπενθυμίζω ότι στο τελευταίο συνέδριο του ΣΥΝ το αριστερό ρεύμα περιορίστηκε σε μία χλωμή τροπολογία στο σχέδιο απόφασης που φυσικά δεν πέρασε, ενώ δεν υποστήριξε την υποψηφιότητά του υπογράφοντος, ίσως πάλι λόγω του μικρού της μεγέθους. Γεννιέται και πάλι όμως το ερώτημα γιατί ο ίδιος ο Παναγιώτης δεν διεκδίκησε την προεδρία του κόμματος με αυτό το περιεχόμενο, ή κάποιος άλλος ή άλλη εκ των προβεβλημένων του αριστερού ρεύματος. Σε αυτή τη στάση αναγνωρίζω κάποιον τακτικισμό που δεν συνάδει με τη σοβαρότητα του θέματος.


Σε κάθε περίπτωση πιστεύω ότι το θέμα είναι τεράστιο οι θέσεις του κόμματος για την έξοδο από την καπιταλιστική κρίση είναι παρωχημένες και ίσως ένα θεματικό συνέδριο για την επανεξέταση των θέσεών μας είναι απαραίτητο.


 


* Ο Γιώργος Βλαχογιώργος είναι μέλος πολιτικής κίνησης Χαλκίδας του ΣΥΝ, τέως νομαρχιακός σύμβουλος Ευβοίας, δημοτικός σύμβουλος Χαλκίδας

Μερικές σκέψεις μετά την 4η Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ

Tου Άλκη Ρήγου*


Παρά τις κωλυσιεργίες, τις αμφιταλαντεύσεις και τις προσπάθειες αναβολής, η 4η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο πραγματοποιήθηκε, αλλά στέφθηκε και με επιτυχία. Επιτυγχάνοντας ένα πρώτο αλλά αποφασιστικό και μη αναστρέψιμο βήμα πολιτικής όσμωσης και οργανωτικής συγκρότησης του πρωτότυπου ενωτικού μας εγχειρήματος.


Επιτυχία που θα μπορούσε να ήταν όμως μεγαλύτερη, κυρίως σε ψυχολογικό επίπεδο, και σε αντιστοιχία με την ωριμότητα που απέδειξαν οι τοποθετήσεις της συντριπτικής πλειονότητας των αντιπροσώπων σ' αυτήν.


Δυστυχώς, για μια ακόμη φορά, οι αγκυλώσεις και παλινδρομήσεις των γραφειοκρατικών μηχανισμών, της μεγαλύτερης συνιστώσας -σε αντίθεση με την εισαγωγική ομιλία του συντονιστή της Γραμματείας σ. Γ. Μπανιά και την τοποθέτηση του προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας σ. Α. Τσίπρα- επιχείρησαν να τορπιλίσουν το όλο κλίμα . Ο απαράδεκτος τρόπος συνοπτικής επικύρωσης των αποφάσεων της Συνδιάσκεψης και οι κλειστές συσκέψεις που προηγήθηκαν, δυστυχώς τραυμάτισαν χωρίς κανέναν αποχρώντα λόγο τα μέλη.


Επιτέλους οφείλουν να συναισθανθούν όλοι ότι οι ρητορικές αναφορές στη δημοκρατία απαιτούν στοιχειώδη σεβασμό στην ισότητα των μελών, όλων των μελών. Ότι ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ δεν ανέχεται άλλο «ειδικά μεγέθη» με «ειδική δωσιδικία» ανάμεσά μας. Ανεξάρτητα από το αν κάποιοι πιστέψαμε και επιμένουμε στην ιδρυτική προς την κοινωνία ρητορεία περί ενωτικού εγχειρήματος και αν κάποιοι συνεχίζουν να το αντιμετωπίζουν απλώς ως συμμαχικό σχήμα ή και εκλογικίστικο μηχανισμό άνισων συνιστουσών, ο σεβασμός όλων μας στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων αποτελεί στοιχειώδη υποχρέωση.


Ιδιαίτερα η δυναμική ύπαρξη ανάμεσά μας μη μελών συνιστωσών -που χωρίς κανένα όφελος αναλώνουν το είναι τους στο εγχείρημα- απαιτεί αλλαγή της κουλτούρας μικρής σέχτας ή παραγοντίστικων νοοτροπιών «ηγετών» τάσεων. Πολύ περισσότερο όταν όλοι συνειδητοποιούμε ότι βρισκόμαστε σε μια τρίτη -ίσως και τελευταία- ευκαιρία που ένα μεγάλο κομμάτι του κοινωνικού βρασμού κοιτά με νέα ελπίδα προς το εγχείρημα μας. Όταν η κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική δράση μας, σε όλους τους αρμούς του κοινωνικό-πολιτικού και πολιτισμικού γίγνεσθαι, μας αναδεικνύει και πάλι σε ελπιδοφόρο πολιτικό υποκείμενο. Όταν ενεργοί πολίτες που αποδεσμεύονται από το υπό διάλυση ΠΑΣΟΚ, αλλά και κάθε κομματικής προέλευσης, στρέφονται προς το εγχείρημά μας.


Ας μη χαθούν αυτές οι σκέψεις μέσα στους συνήθεις τρόπους αντιμετώπισης της όποιας από τα κάτω κριτικής και στην αυτάρκεια ηγετικών παραγοντισμών. Η άμεση συγκρότηση και σύγκλιση της Πανελλαδικής Συντονιστικής Επιτροπής και η εκλογή της νέας Γραμματείας η πραγματική λειτουργία των τοπικών, κλαδικών και θεματικών μας κυττάρων, ας αποτελέσουν ένα βήμα προς την κατανόηση στην πράξη της Δημοκρατικής εσωτερικής λειτουργίας μας.


 


* Ο Άλκης Ρήγος είναι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ Πεύκης.

Η επανεκκίνηση ΣΥΡΙΖΑ να πάει πλατεία

Του Μπάμπη ΜΠΙΛΙΝΗ


 


Οι χιλιάδες των πολιτών που συγκεντρώνονται στις πλατείες επί μέρες αποτελούν την έκφραση ενός κινήματος. Ενός πολύμορφου κινήματος, που διατυπώνει αιτήματα και θέτει διλήμματα πολύ πέρα από το «πάρτε το μνημόνιο και φύγετε από δω», που έτσι κι αλλιώς είναι το βασικό και κυρίαρχο. Αιτήματα που ζητούν «δημοκρατία τώρα!» αμφισβητώντας, όχι μόνο τον τρόπο επιβολής του μνημονίου, αλλά και τον τρόπο θεσμικής οργάνωσης και εκπροσώπησης της κοινωνίας.


Όλοι όσοι βρεθήκαμε στις πλατείες νιώθουμε την αγωνία του κόσμου, που σηκώθηκε από τον καναπέ του και ζητά να ακουστεί η φωνή του, αφού έχει την εντύπωση ότι η διαμεσολάβηση των κομμάτων και των συνδικάτων, στα οποία είχε αναθέσει την εκπροσώπηση του, αλλοιώνουν τη φωνή του και δεν εκφωνούν την αγωνία του.


«Η σταδιακή ώσμωση ανάμεσα στην πολιτική και τα εταιρικά συμφέροντα, το κράτος δηλαδή και τις διεθνοποιημένες επιχειρήσεις, τείνουν να συμπήξουν μια ενοποιημένη οικονομικοπολιτική εξουσία, αίροντας τις παραδοσιακές διαμεσολαβήσεις, που επέτρεπαν τη σύνταξη πολιτικών υποκειμένων»1. Η αμφισβήτηση των πολιτικών υποκειμένων, κομμάτων και συνδικάτων στην πλατεία είναι εμφανής και σίγουρα ανεξάρτητα από τις όποιες πολιτικές ή οικονομικές εξελίξεις - χρεωκοπήσουμε, δεν χρεοκοπήσουμε, κουρέψουμε το χρέος ή το πληρώσουμε - η θεσμική εκπροσώπηση της κοινωνίας μετά από αυτό δεν θα είναι η ίδια.


Η όποια πολιτική πλατφόρμα επανεκκίνησης του ΣΥΡΙΖΑ που ετοιμάζεται, δεν μπορεί να μην προσπαθήσει να ενσωματωθεί τις αγωνίες της «πλατείας». Η πολιτική πλέον για την αριστερά, είτε το θέλει, είτε δεν το θέλει, θα είναι αδύνατον να μην έχει αναφορά στο κίνημα των «αγανακτισμένων».


Δεν μπορεί να συνεχίσουμε χωρίς να ενσωματώσουμε στον προβληματισμό μας το αίτημα «δημοκρατία τώρα!». Κάποιες αρχές έχουν ήδη διατυπωθεί:2


Αναβάθμιση της λειτουργίας του Κοινοβουλίου.


Δημοκρατικός έλεγχος του προϋπολογισμού και της οικονομικής πολιτικής.


Καταπολέμηση της διαφθοράς και έλεγχος του πολιτικού χρήματος.


Δημοκρατία στην πράξη. Απλή αναλογική και διαδικασίες πολιτικής συμμετοχής για μια ουσιαστική δημοκρατική αντιπροσώπευση.


Ανάπτυξη θεσμών άμεσης και τοπικής δημοκρατίας.


Η δημοκρατία θεμέλιο του συντάγματος. Συνταγματική υπεράσπιση, κατοχύρωση και εμβάθυνση της δημοκρατίας.


Νέα μορφή συνδικαλιστικής εκπροσώπησης. Ενοποίηση ΓΣΕΕ –ΑΔΕΔΥ σε μια συνομοσπονδία και ένταξη των ανέργων στους συνδικαλιστικούς φορείς.


Ο κόσμος που μαζεύεται στις πλατείες χαίρεται τη συμμετοχή, σε κάτι ακόμα άμορφο, και αγωνιά να δώσει απαντήσεις στους φόβους του. Η επανεκκίνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να γίνει σε δοκιμαστικό σωλήνα, έξω από την κοινωνία. Ο εμπλουτισμός των προβληματισμών της περιόδου με τα αιτήματα της πλατείας είναι το οξυγόνο, που τόσο καιρό ψάχναμε.


Σύντροφοι, πάμε πλατεία;


 


 


1 Δημοκρατία ή καπιταλισμός; Το θανάσιμο δίλημμα. Μεταδημοκρατία του Κόλιν Κραουτς, Εκδόσεις Εκκρεμές 2003


2 Συμβολή του Συνασπισμού στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Στόχος 20. Για ένα κράτος με δημοκρατικούς θεσμούς για τη συμμετοχή των πολιτών. Φεβρ. 2009.

Ριζοσπαστική Αριστερά: Στερεότυπα, παθογένειες και προοπτικές

Του Νίκου Χατζηγιαννάκη*


Τον τελευταίο χρόνο, υπό το βάρος πρωτοφανούς ταξικής επίθεσης, κάποια τμήματα της ριζοσπαστικής αριστεράς εντός και εκτός ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ αναδιπλώνονται σε μια ανούσια «επαναστατικότητα» κι έναν ανορθολογικό εκτροχιασμό, δείγματα των οποίων αποτελούν:


* Οι προφητείες περί επερχόμενης εξέγερσης εργατικής ή νεανικής που διαρκώς αναβάλλεται.


* Η συνθηματολογία «να φύγει τώρα η κυβέρνηση» χωρίς να προτείνεται αντικαταστάτης.


* Οι αυταπάτες περί ωρίμανσης συνθηκών ανατροπής του καπιταλισμού, χωρίς να περιγράφεται το διάδοχο σύστημα.


* Η φαντασίωση ότι τα κινήματα αντίστασης και ανυπακοής, συντεχνιακά και θεματικά, μπορούν να καλύψουν την ανεπάρκεια του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ. Ή συναφώς ότι η μαχητικότητα και αγωνιστικότητα μπορούν να υποκαταστήσουν τις αδυναμίες της πολιτικής.


* Τα οργανωτικά τεχνάσματα για το πλασάρισμα κάθε ομάδας εντός της αριστεράς, που ενίοτε υπερβαίνουν την κοινή λογική. Όπως λ.χ. απόκτηση κάρτας μέλους από πολλούς ταυτόχρονα πολιτικούς φορείς που συμπαρατάσσονται(;).


* Ο «ναρκισσισμός των μικρών διαφορών» (Κώστας Δουζίνας), ως απόρροια ιδεοληπτικών αγκυλώσεων.


* Η ενοχοποίηση ως συμβιβασμένων όσων επιδιώκουν να ισορροπήσουν μεταξύ του εφικτού και του οραματικού, ιδιαίτερα όταν το πραγματικό αποκλίνει από το ιδανικό.


* Η αντίληψη ότι ο πολιτικός τακτικισμός συλλήβδην συνιστά ασυνέπεια και οπορτουνισμό.


* Η «επαναστατική» και λαϊκιστική ρητορεία, χωρίς να συνοδεύεται από την ανάλυση του μερικού και ειδικού.


* Η αναβίωση σταλινικών και σεχταριστικών πρακτικών.


* Η αναπόληση του παρελθόντος της αριστεράς και η επιδίωξη μηχανιστικής μεταφοράς του στο παρόν.


* Η ασυγκράτητη βουλησιαρχία και βολονταρισμός που αγνοούν τις κοινωνικές συντεταγμένες.


Μια τέτοια πολιτική συμπεριφορά θα μπορούσε να ερμηνευτεί με όρους ψυχολογίας:


* Ως απέλπιδα και σπασμωδική αντίδραση όσων λειτουργούν παρορμητικά και θυμικά, συγχέοντας την επιθυμία με την πραγματικότητα.


* Ως έκφραση μικροαστικής ανυπομονησίας να υπάρξει επιτέλους το αποτεφρωμένο τοπίο της νέμεσης κι ύστερα βλέπουμε.


* Ως απότοκος του φορτίου που μεταφέρουν ορισμένοι σύντροφοι κάποιας ηλικίας. Το στίγμα του ηττημένου, το σύμπλεγμα του καταδιωκόμενου, το κενό των ανεκπλήρωτων οραμάτων, το σύνδρομο της δικαίωσης και της ρεβάνς, την κουλτούρα των εσωκομματικών διχασμών.


Είναι εμφανής εν προκειμένω η αδυναμία να διαχωριστούν δύο ανεξάρτητες, αλλά αλληλοσυμπληρούμενες διανοητικές λειτουργίες. Αφενός η περίσκεψη, ενόραση, διορατικότητα, διάγνωση, λογική, ρεαλισμός, υπευθυνότητα που αποτελούν τα εργαλεία πολιτικής σκέψης και δράσης. Και αφετέρου η μεγάλη ιδέα, το υψηλό νόημα, το όραμα και συναίσθημα που χαλυβδώνουν τη θέληση, τροφοδοτούν το φαντασιακό και διατηρούν απρόσβλητο το πλαίσιο αξιών των αριστερών. Στην περίπτωσή μας τα πάντα υποτάσσονται στο συναίσθημα και τον τελικό σκοπό με τραγικά επακόλουθα.


Με πολιτικούς όρους οι σύντροφοι αυτοί εμφανίζονται διαπρύσιοι κήρυκες της ανατρεπτικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς, σε αντίθεση -υποτίθεται- με την προγραμματική, μεταρρυθμιστική και θεσμική αριστερά. Επαναφέρεται δηλαδή ένα ψευτοδίλημμα, ένα ανυπόστατο αντιθετικό δίπολο, καθότι οι πλείστοι σύγχρονοι θεωρητικοί αποδέχονται ότι η αριστερά είναι δισυπόστατη και προορισμένη να υποδύεται ταυτόχρονα διπλό ρόλο. Αν περιοριστεί αποκλειστικά σε θεσμικό και προγραμματικό ρόλο, χωρίς όραμα υπέρβασης του καπιταλισμού, φλερτάροντας με το έκτρωμα της λεγόμενης «κεντροαριστεράς», απογυμνώνεται πολιτικά και ηθικά, υποχρεούμενη σε ομολογία πίστεως στις κυρίαρχες ελίτ. Αλλά κι αν παραμείνει αποκλειστικά κινηματική, αντισυστημική και οραματική χωρίς προγραμματικό λόγο και στοιχειώδη πραγματισμό, συρρικνώνεται, μετατρεπόμενη σε μωσαϊκό αλληλοσπαρασσόμενων ομάδων και αερολογούντων ψευτοεπαναστατών.


Το μοναδικό πραγματικό δίλημμα που τίθεται είναι η εκάστοτε δοσολογία ρεαλισμού και υπερβατικότητας. Επ’ αυτού θα υποστήριζα ότι, υπό συνθήκες δυσμενέστατων κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών και απουσίας επεξεργασμένου, εναλλακτικού στον καπιταλισμό μοντέλου, προεξέχει το καθήκον επιμέρους μεταρρυθμίσεων, ρήξεων και τομών εντός του συστήματος που σταδιακά θα μεταβάλλουν τη συνείδηση της κοινωνίας και θα ανοίγουν δρόμους συνολικότερου σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.


Αυτό προϋποθέτει ισχυρό και θωρακισμένο φορέα της αριστεράς, διευρυμένο πολιτικό μέτωπο, πολιτικό σχεδιασμό και αξιόπιστο προγραμματικό πλαίσιο.


 


* Ο Νίκος Χατζηγιαννάκης είναι μέλος ΣΥΝ και ΣΥΡΙΖΑ

Συνασπισμός: Κανένα βήμα μπροστά, πολλά βήματα πίσω

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΙΩΖΟΥ*


 


Κι εσύ προσδοκία πού πας;


Έχουν ξυπνήσει από ώρα οι αρνήσεις,


κι εγώ, πού είμαι κι ονομάζομαι


προχωρημένη ώρα


τι γυρεύω ανάμεσα σε τούτες, τις νήπιες διαθέσεις




Αυτοί οι στίχοι της Κ. Δημουλά εκφράζουν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τις αρνήσεις μας ως προς την ακολουθούμενη πολιτική του Συνασπισμού και τον ενταφιασμό των όποιων προσδοκιών είχαμε από αυτόν.


Γιατί αυτή η προχωρημένη ώρα για την κοινωνία -μια κοινωνία που κινείται στα άκρα- αλλά προχωρημένη και για την αριστερά, απαιτεί ρηξικέλευθες προτάσεις, τολμηρές πολιτικές πρωτοβουλίες, ανάληψη πολιτικού ρίσκου, αυταπάρνηση και αυτοθυσία από τα μέλη της.


Είναι η ώρα για την επανίδρυση της κομμουνιστικής αριστεράς, με σαφείς ταξικές αναφορές και κοινωνικούς προσδιορισμούς, θέτοντας ως τελικό στόχο τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.


Ενός κομμουνισμού του 21ου αιώνα, που θα εξετάζει κριτικά τη μέχρι τώρα πορεία του κομμουνιστικού και επαναστατικού κινήματος, απορρίπτοντας τα γραφειοκρατικά και σταλινικά κρατικά μορφώματα του παρελθόντος και ταυτόχρονα τις μέχρι τώρα αυταπάτες που μας διακατείχαν, για τη σταδιακή μετεξέλιξη του καπιταλισμού -μέσω διαρθρωτικών αλλαγών- που υποτίθεται πως θα μας οδηγούσαν στον σοσιαλισμό.


Μια αντίληψη που το μόνο που έχει παράξει, είναι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και προέδρους ποδοσφαιρικών Α.Ε.


Άλλωστε τέτοιου είδους αντιλήψεις τις έχει γκρεμίσει με πάταγο η σημερινή καπιταλιστική βαρβαρότητα που ζούμε.


Είναι εσωτερική ανάγκη να πιάσουμε απ' την αρχή, το νήμα των καλύτερων επαναστατικών παραδόσεων του κομμουνιστικού κινήματος.


Ενός κινήματος που δεν θα είναι κρατικοδίαιτο, που δεν θα εξαντλεί τη δραστηριότητά του στο πλαίσιο του Κοινοβουλίου και των τηλεοπτικών εκπομπών, που οι συνδικαλιστές του θα αποποιηθούν των προνομίων που τους έχουν εκχωρηθεί -για λόγους ευνόητους- και που δικαιολογημένα οι εργαζόμενοι τους κατατάσσουν στην εργατική αριστοκρατία.


Μια κομμουνιστική αριστερά που δεν θα είναι αφομοιωμένη, αρνούμενη τον ρόλο που της επιφυλάσσει το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, ως βαλβίδα ασφαλείας για την εκτόνωση και απομείωση των κοινωνικών κραδασμών.


Αλλά μια κομμουνιστική αριστερά, που θα οικοδομεί σχέσεις εμπιστοσύνης με τον λαό, θα πρωτοστατεί στους αγώνες του, θα συμμετέχει στις αγωνίες του, θα επεξεργάζεται και θα προτείνει λύσεις στα προβλήματά του και θα δίνει όραμα στην κοινωνία.


Άγχεται ο Συνασπισμός για το πώς θα βρεθεί λύση στο πρόβλημα αποπληρωμής του εσωτερικού χρέους.


Πολλές προτάσεις πέφτουν στο τραπέζι.


Επιμήκυνση, ευρω-ομόλογο, απευθείας δανεισμός από την ΕΚΤ, ειδικές μέριμνες για ταμεία εργαζομένων που έχουν επενδύσει σε ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου, εξασφάλιση μεμονωμένων φτωχών επενδυτών και, βέβαια, όλα αυτά απαιτείται να συνομολογηθούν σε ευρωπαϊκή κλίμακα.


Γιατί σε διαφορετική περίπτωση η χώρα θα βρεθεί εκτός Ε.Ε.


Και αν συμβεί κάτι τέτοιο, το Σουδάν θα φαντάζει Ελβετία -τονίζει με δηλώσεις του ο σ. Τσίπρας-, ενώ αμέσως πιο πάνω -στην ίδια συνέντευξη- αποδέχεται πως η σημερινή πολιτική της Ε.Ε. οδηγεί τη χώρα στο να μεταβληθεί σε μπανανία λατινοαμερικάνικου τύπου.


Μπρος γκρεμός λοιπόν και πίσω ρέμα.


Πέρα από την "αισιοδοξία" που αποπνέει μια τέτοια τοποθέτηση, ομολογείται απερίφραστα ο φόβος που έχει καταλάβει και έχει καταβάλει την ηγεσία του Συνασπισμού. Είναι καιρός να απορρίψουμε τα φοβικά σύνδρομα. Να εμφυσήσουμε θάρρος και αυτοπεποίθηση στην κοινωνία.


Να πούμε καθαρά πως το μόνο χρέος που έχουμε ως κοινωνία και ως χώρα είναι η μη αποδοχή του χρέους και η απαίτηση της παραγραφής του.


Ένα αίτημα που πρέπει να το καταστήσουμε κυρίαρχο, να αποτελέσει αίτημα αιχμής των συνδικαλιστικών, κοινωνικών και πολιτικών οργανώσεων, γιατί χωρίς την προβολή αυτού του αιτήματος, η όποια αντιμνημονιακή πολιτική καθίσταται κενή περιεχομένου.


Είναι το μόνο αίσθημα που είναι ικανό να δημιουργήσει ρήγματα στους κόλπους της Ε.Ε., διαχέοντας την κρίση σε όλες τις χώρες του Νότου και στο βύθισμα σε νέα, μεγαλύτερη κρίση την οικονομία των ισχυρών της Ε.Ε., τινάζοντας στον αέρα τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εκπορεύονται από αυτήν, αφυπνίζοντας παράλληλα τους χειμαζόμενους λαούς της Ευρώπης.


Το δίλημμα δεν είναι αν θα είμαστε μέσα ή έξω από την Ε.Ε. Το δίλημμα είναι αν η χώρα και ο λαός της έχουν προοπτική και μέλλον στην Ε.Ε και αν αυτή η Ε.Ε. με τη συγκεκριμένη δομή και με τη θεσμοθέτηση του νεοφιλελευθερισμού μπορεί, και αν θέλουμε και αν πρέπει να υπάρξει.


 


Τι να κάνουμε


 


Το κλασικό λενινιστικό ερώτημα "Τι να κάνουμε" τίθεται με τον πιο δραματικό τρόπο σήμερα μπροστά μας. Να παραμείνουμε στον Συνασπισμό και να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τους συσχετισμούς στο εσωτερικό του; Ή να αποτελέσουμε ξεχωριστή πολιτική δύναμη, που θα παλέψει να αλλάξει τους πολιτικούς συσχετισμούς στο επίπεδο της ελληνικής κοινωνίας; Δύσκολο το ερώτημα, αλλά κομβικό για την περαπέρα πορεία μας.


Για να απαντήσουμε όμως στο πιο πάνω ερώτημα, θα πρέπει να εξετάσουμε με νηφαλιότητα και χωρίς συναισθηματισμούς τη φύση, τη μέχρι τώρα πορεία και την προοπτική του Συνασπισμού. Ο Συνασπισμός από την αρχή της συγκρότησής του αποτελείτο από ένα συνονθύλευμα ιδεολογικών και πολιτικών απόψεων, ετερόκλητων και συχνά αλληλοαναιρούμενων, με αποτέλεσμα την πολιτική αφασία και τη συνεχή εσωστρέφεια. Όσο, βέβαια, επικρατούσε κοινωνική και πολιτική νηνεμία, μπορούσε να πορεύεται, με μοναδική φιλοσοφία μια ισχνή κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και την αναμονή καλύτερων ημερών.


Η σημερινή οικονομική κρίση έβαλε τέλος σ' αυτή την πορεία, ωθώντας τη λεγόμενη "Ανανεωτική Πτέρυγα" στην έξοδο, τη συντηρητική αναδίπλωση της πλειοψηφίας του Αριστερού Ρεύματος και την εύθραυστη συμπόρευσή του με το εναπομείναν τμήμα της "Ανανεωτικής Πτέρυγας", που με την περαιτέρω επιδείνωση της οικονομικής κρίσης είναι αρκετά πιθανό να διαρραγεί.


Το μέλλον του Συνασπισμού είναι μάλλον αυτό του κατακερματισμού και εν τέλει της πολιτικής απαξίωσης. Μπορεί οι απόψεις του Αριστερού Ρεύματος για την κρίση και τη διέξοδο από αυτή να είναι μειοψηφικές στο πλαίσιο του Συνασπισμού, αλλά αποτελούν πλειοψηφία στο σύνολο της αριστεράς.


Είναι φανερό, λοιπόν, ότι με αυτές τις δυνάμεις οφείλουμε να συμπορευθούμε, δημιουργώντας διαύλους επικοινωνίας, αναλαμβάνοντας κοινές πρωτοβουλίες και κοινές επιδιώξεις.


Δύσκολοι καιροί, πολύ δύσκολες και επώδυνες αποφάσεις. Αν όμως χθες ήταν νωρίς, αύριο θα είναι αργά. Τώρα είναι η ώρα για την κομμουνιστική αριστερά.


 


* Ο Γ. Σιώζος είναι μέλος της Π.Κ. του ΣΥΝ Κεραμεικού - Μεταξουργείου


 


"Εισήγηση στη σύσκεψη του Αριστερού Ρεύματος στις 19.3.2011"

 
eXTReMe Tracker