Αναγκαίο ένα πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα της Αριστεράς

Του Αντώνη Κοτσακά


Διανύουμε μια περίοδο κατά την οποία η επίτευξη μεγάλων εθνικών στόχων (παραγωγική ανασυγκρότηση - απεξάρτηση από το Μνημόνιο και τον δανεισμό, εθνική κυριαρχία) έρχεται σε αντίθεση με επί μέρους κοινωνικοοικονομικά συμφέροντα. Έτσι διαμορφώνονται πλειοψηφίες, που έχουν αντιφατικές δυναμικές (π.χ. μεγάλη αντίθεση στο Μνημόνιο, μεγάλη πλειοψηφία υπέρ του ευρώ).


Μια αριστερή δύναμη για να γίνει κυβέρνηση και να κρατηθεί χρειάζεται ένα ομογενοποιημένο και πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα. Σήμερα ζούμε την κατάρρευση του μεταπολιτευτικού κοινωνικοπολιτικού συνασπισμού. Ζούμε τη διάλυση των συστημικών δυνάμεων και την ανάδυση από την κρίση ενός νέου ισχυρού πόλου, κυβερνητικής Αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ.


Έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε στο κάθετο σύστημα. Δηλαδή πολιτικός φορέας στο εποικοδόμημα σε αντιστοίχηση με συγκεκριμένες κοινωνικές δυνάμεις (τάξεις και στρώματα). Σήμερα όμως περισσότερο από κάθε άλλη φορά χρειάζεται η σε βάθος μελέτη της οριζόντιας κίνησης των κοινωνικών δυνάμεων, που διαπερνά ολόκληρο το πολιτικό φάσμα (από την άκρα Δεξιά ώς την Αριστερά) και αναπτύσσει αντιφατικές δυναμικές.


Είναι φανερό ότι οι κυρίαρχες δυνάμεις (οικονομικές και πολιτικές) επιδιώκουν με βίαιο τρόπο την αλλαγή της ταξικής διαστρωμάτωσης της ελληνικής κοινωνίας. Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες τα χρόνια της μεταπολίτευσης και μέχρι πρόσφατα, εγκαταστάθηκαν στον λεγόμενο μεσαίο χώρο. Αυτή τους την εγκατάσταση την εξέλαβαν ως οριστική. Ανέπτυξαν άλλες συμπεριφορές, άλλα στερεότυπα. Είναι κατά κύριο λόγο αυτές οι δυνάμεις που σήμερα συμπιέζονται προς τα κάτω. Αυτή η συμπίεση αναπτύσσει έναν ιδιότυπο ριζοσπαστισμό. Ο ριζοσπαστισμός δεν έχει ιδεολογικό προσανατολισμό και αν δεν βρει πολιτική έκφραση και καθοδήγηση στο εποικοδόμημα, μπορεί να προσανατολιστεί προς την άκρα Δεξιά.


Στο σημείο αυτό ίσως είναι χρήσιμος ένας διαχωρισμός σε έννοιες, που το σύστημα, τα ΜΜΕ και μέρος της διανόησης σκόπιμα συγχέουν. Μεσαίος χώρος - μεσαία στρώματα - πολιτικό κέντρο. Στον μεσαίο χώρο εντάσσονται πολίτες από όλες τις τάξεις και τα στρώματα, από τα υψηλότερα εισοδήματα μέχρι τα χαμηλότερα, επειδή έχουν κοινό παρανομαστή, αντιλήψεις, απόψεις, στερεότυπα, κυρίως συντηρητικού προσανατολισμού. Τον μεσαίο χώρο πολύ δύσκολα και σε πολύ περιορισμένη έκταση, μπορούμε να τον έχουμε σύμμαχό μας.


Μεσαία στρώματα, κριτήριο είναι η ένταξη στην παραγωγική διαδικασία και η εισοδηματική κατάσταση. Τα μεσαία στρώματα αποτελούν προνομιακά πεδίο για συγκρότηση συμμαχίας. Στην κρίση όμως που βιώνουμε βαίνουν ποσοτικά μειούμενα.


Πολιτικό κέντρο, ως έννοια και ως μέγεθος ανύπαρκτο, που όμως προβάλλεται κατά καιρούς και δεν αποκλείεται να προβληθεί και στο μέλλον, αν εκτιμηθεί ότι μπορεί να αποτελέσει έστω και μικρό στυλοβάτη του συστήματος.


Η μνημονιακή αγριότητα μεταλλάσσει ουσιαστικά την ελληνική κοινωνία, αλλάζοντας και τις κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες, αλλά και τη θέση κάθε κοινωνικής ομάδας σε πολύ χειρότερη βάση. Οι αλλαγές αυτές υποχρεωτικά θα φέρουν και αλλαγές στα κόμματα και την πολιτική γεωγραφία.


Η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων είναι κατά της μνημονιακής πολιτικής. Η πολιτική τους συνείδηση όμως δεν αντιστοιχείται με την οικονομική τους κατάσταση. Είναι προφανές ότι οι συστημικές δυνάμεις, εσωτερικού και εξωτερικού, διαπιστώνουν ίσως περισσότερο και από εμάς την κοινωνική κινητικότητα και θα λάβουν τα μέτρα τους.


Τα αποσταθεροποιημένα μεσοστρώματα και η συμπιεζόμενη εργατική τάξη στον ιδιωτικό τομέα μεταβάλλονται σε μάζες που κινούνται ασύνταχτα προς κάθε κατεύθυνση. Οι μάζες αυτές σε μεγάλο βαθμό επειδή νιώθουν αποκομμένες από το σύστημα, δεν απευθύνονται σε συγκεκριμένους αποδέκτες (κόμματα). Διακατέχονται από αίσθημα ανασφάλειας και δεν εμπιστεύονται κανέναν. Επειδή έχουν διαρρήξει τις σχέσεις τους με το πολιτικό σύστημα, δεν επιθυμούν κανενός είδους στράτευση και συμμετοχή και αναζητούν ατομικές λύσεις. Κάτω από αυτές τις συνθήκες κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος αν η κρίση θα οδηγήσει τις μάζες σε κινητοποίηση και συμμετοχή ή σε ιδιώτευση και παραίτηση.


Η σημερινή συγκυβέρνηση ίσως είναι το πρόπλασμα ενός αυριανού «φιλοευρωπαϊκού» κόμματος. Βλέπουμε ήδη πολιτικούς και διανοούμενους να θέτουν δειλά το θέμα του εξορθολογισμού της ταξικής σύνθεσης.


Στο πλαίσιο αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ είναι ανάγκη να συγκροτήσει ένα πλατύ μέτωπο συνθέτοντας τα επί μέρους συμφέροντα και επιδιώξεις μεγάλων κοινωνικών ομάδων που πλήττονται από αυτή την πολιτική. Έχουμε τη δυνατότητα και την εμπειρία μέσα από κινηματικού χαρακτήρα δράσεις, αλλά και με την συγκρότηση του πολιτικού φορέα μέσα από μέτωπα και δίκτυα στο οργανωτικό πεδίο.


Μέχρι σήμερα έχουμε επιτύχει πάρα πολλά σε λίγο χρόνο. Εξακολουθούμε όμως να έχουμε ένα βασικό πρόβλημα. Οι πολίτες που διαπιστώνουν τα αδιέξοδα αυτής της πολιτικής, παραμένουν μετέωροι και δεν φαίνεται να πείθονται από τις δικές μας προτάσεις, παραμένοντας σε ρόλο παρατηρητή. Ενώ μάλλον έχουμε παγιώσει ένα δημοσκοπικό προβάδισμα σε συνθήκες κατάρρευσης των μνημονιακών κομμάτων, τα ποσοστά μας παραμένουν στάσιμα ή οριακά ανοδικά, αναδεικνύοντας την αδυναμία μας να κεφαλαιοποιήσουμε τη λαϊκή δυσαρέσκεια μέσω μιας πειστικής εναλλακτικής πρότασης.


Το μεγάλο ζητούμενο είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ θα διαμορφώνει μια συνολική «alternative» πειστική και οραματική συνάμα. Μια εναλλακτική πρόταση μέσω της οποίας θα βρουν πολιτική έκφραση και στρατηγικό προσανατολισμό χιλιάδες συμπολίτες μας.


Η συγκυρία είναι τέτοια που δεν αφήνει χρονικά περιθώρια . Άλλωστε οι ηγετικές ομάδες δεν κρίνονται μόνο από τη διαχειριστική τους ικανότητα στα τρέχοντα, αλλά κυρίως από τις ρήξεις, τις τομές, τις ανατροπές και τις συγκρούσεις που επιλέγουν στον κατάλληλο χρόνο προκειμένου να υπηρετηθεί ο στρατηγικός στόχος.

Οι τροπολογίες του Αριστερού Ρεύματος και της Αριστερής Ανασύνθεσης

Η "Αυγή" συμβάλλοντας στον διάλογο εν όψει της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ το πρώτο τριήμερο του Δεκεμβρίου (30/11, 1/12 και 2/12) δημοσιεύει σήμερα, μία εβδομάδα μετά την έκδοση ολόκληρου του Σχεδίου Διακήρυξης, τις τροπολογίες που κατέθεσαν από κοινού οι τάσεις του ΣΥΝ Αριστερό Ρεύμα και Πρωτοβουλία για την Αριστερή Ανασύνθεση του ΣΥΝ. Πρόκειται για μία προσθήκη και δύο εναλλακτικές εκδοχές στα κεφάλαια 5 και 6 του Σχεδίου. Έχουν κατατεθεί στη Γραμματεία του σχήματος κατά τη συζήτηση για τη διαμόρφωση του Σχεδίου.


Κεφάλαιο 5: Προσθήκη για την ανάγκη κοινής δράσης και συμπαράταξης της Αριστεράς


1. Η υπόθεση της κοινής δράσης, της συνεργασίας και της συμπαράταξης όλων των δυνάμεων της Αριστεράς και πρώτα απ’ όλα του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δεν είναι μια υπόθεση απλών εκφωνήσεων και επικοινωνιακών τεχνασμάτων, αλλά κεντρικής πολιτικής, από την οποία εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό η ίδια η υπόθεση της δυνατότητας μιας αποτελεσματικής, αξιόπιστης και νικηφόρας προοδευτικής διεξόδου από την κρίση.


Ο ΣΥΡΙΖΑ, αναλογιζόμενος τη σημασία και κυρίως την επικαιρότητα και την κρισιμότητα της ανάγκης για ένα πλατύ, ριζοσπαστικό και συνεπές αριστερό προοδευτικό μέτωπο, θα πρέπει να επεξεργαστεί και να αναλάβει το αμέσως επόμενο διάστημα μια ισχυρή ενωτική πρωτοβουλία, που θα απευθύνεται στις δυνάμεις και στον κόσμο της Αριστεράς, στη βάση ενός ελάχιστου συνεκτικού και εναλλακτικού προγραμματικού πλαισίου που θα παίρνει υπόψη του τις θέσεις και ευαισθησίες όλων των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς και θα μπορεί να γίνει ικανό για την προγραμματική συμπόρευσή τους με κοινές αμοιβαίες υποχωρήσεις.


Κεφάλαιο 6, σημείο 3: Εναλλακτική εκδοχή για το χρέος


2. Το χρέος ασφαλώς δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα, αλλά πρόβλημα ευρύτερο, που αφορά πρώτα απ’ όλα και κυρίως τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.


Ο ΣΥΡΙΖΑ αυτοτελώς και σε συντονισμό με κινήματα, λαούς και κυβερνήσεις των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, ιδιαίτερα της νότιας Ευρώπης, θα πράξει ότι είναι δυνατόν για να προωθήσει μια μεγάλη αγωνιστική διεκδίκηση που θα αποβλέπει στη διαγραφή, χωρίς όρους, του χρέους ή τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους του, πρώτα απ’ όλα όλων των δοκιμαζόμενων ευρωπαϊκών χωρών, με πλήρη επίγνωση ότι μια τέτοια διεκδίκηση θα πρέπει να συνοδευτεί με ριζικές αλλαγές στον πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό χάρτη όλης της Ευρώπης και ειδικότερα με το πέρασμα του τραπεζικού συστήματος υπό δημόσια ιδιοκτησία και διεύθυνση και κοινωνικό έλεγχο.


Ο ΣΥΡΙΖΑ, ανεξαρτήτως της επιτυχίας αυτού του ευρωπαϊκού εγχειρήματος και παράλληλα με αυτό, θα προωθήσει σε κάθε περίπτωση, από τις θέσεις μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, τη διαγραφή του ελληνικού χρέους ή τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους του (χωρίς να θίξει κοινωνικά κεκτημένα και μικρομεσαία εισοδήματα) και πρώτα απ’ όλα του εξωτερικού χρέους.


Για τον ΣΥΡΙΖΑ το δημόσιο χρέος δεν είναι χρέος της μεγάλης κοινωνικής πλειονότητας, αλλά ένα βαθύτατα ταξικό και άδικο χρέος που επισώρευσε ένα πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, μακριά από τις αναπτυξιακές και πραγματικές κοινωνικές ανάγκες της χώρας.


Αυτό το χρέος, όμως, πέραν του ότι είναι άδικο και ταξικό και σε σημαντικό βαθμό επαχθές, πράγμα που επιβάλλει τη σύσταση μιας ανεξάρτητης, αξιόπιστης, διεθνούς Επιτροπής για τον έλεγχό του, έχει καταστεί και μη βιώσιμο, αφού δεν μπορεί να αποπληρωθεί χωρίς την οικονομική εξουθένωση της χώρας και την κοινωνική «εξόντωση» του ελληνικού λαού.


Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα προχωρήσει στη διαγραφή του χρέους ή του μεγαλύτερου μέρους του, αξιοποιώντας το όπλο της αθέτησης πληρωμής, αφού εξαντλήσει κάθε εύλογο περιθώριο διαπραγμάτευσης, χωρίς ταλαντεύσεις, παρά τις προφανείς δυσκολίες και συνέπειες, κόντρα σε εκβιασμούς και γνωστά διλήμματα, αφού η επιλογή αυτή είναι η μόνη εφικτή και ρεαλιστική για να μπορέσει αυτή η χώρα να ανακτήσει στοιχειώδη αξιοπρέπεια, ελπίδα και προοπτική.


Πέραν αυτών, υπογραμμίζουμε ότι τόσο η ακύρωση σε κάθε περίπτωση των Μνημονίων από πλευράς μιας κυβέρνησης της Αριστεράς όσο και η εφαρμογή ενός νέου αντιμνημονιακού προοδευτικού προγράμματος αλλά και η ανυποχώρητη προσπάθεια για διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, ενδεχομένως να επιφέρουν την αναστολή ή και διακοπή της τροϊκανής χρηματοδότησης.


Σε μια τέτοια περίπτωση η συνέχιση της εφαρμογής του αντιμνημονιακού προοδευτικού προγράμματος μιας κυβέρνησης της Αριστεράς θα συνεπιφέρει μοιραία τη σφοδρή άμεση σύγκρουση με τους ιδιώτες και τους θεσμικούς πιστωτές και τους μηχανισμούς της Ευρωζώνης.


Ο ΣΥΡΙΖΑ δεσμεύεται ότι, παρά τις όποιες δυσκολίες, δεν πρόκειται να αναδιπλωθεί, αλλά ότι θα εφαρμόσει με συνέπεια το προοδευτικό πρόγραμμά του, υπογραμμίζοντας από σήμερα στον ελληνικό λαό ότι η αντιμνημονιακή και προοδευτική επιλογή του δεν υπόκειται σε εκβιασμούς και εκβιαστικά διλήμματα και δεν πρόκειται να ανακοπεί υπό την πίεση των γνωστών εκβιασμών σε σχέση με το ευρώ και το όριο της Ευρωζώνης. Ότι όποιες δυσκολίες κι αν επέλθουν σε έναν αντιμνημονιακό προοδευτικό δρόμο από τις συνακόλουθες εξελίξεις σε σχέση με τους πιστωτές και τις δομές της Ευρωζώνης, θα είναι προσωρινές και αντιμετωπίσιμες και σε κάθε περίπτωση προτιμότερες από το μαρτύριο της αδιέξοδης και χωρίς προοπτική μνημονιακής κηδεμονίας και συνεχούς εξαθλίωσης.


Κεφάλαιο 6, σημείο 13: Εναλλακτική εκδοχή για την Ευρωπαϊκή Ένωση


3. Η Ε.Ε. ως ιδιαίτερα προωθημένη υπερεθνική, υπό τη γερμανική ηγεμονία, συμμαχία των κυρίαρχων πολιτικών ελίτ και μερίδων του κεφαλαίου, δεσμευμένη θεσμικά και ουσιαστικά στον επιθετικό νεοφιλελευθερισμό και τη συντονισμένη εξουθένωση της εργατικής τάξης κάθε ευρωπαϊκής χώρας, δεν μεταρρυθμίζεται ούτε «επαναθεμελιώνεται», αλλά μόνο ανατρέπεται, στην προοπτική μιας νέας προοδευτικής και σοσιαλιστικής Ευρώπης.


Ειδικότερα, η Ευρωζώνη συνιστά, στο πλαίσιο της Ε.Ε., μηχανισμό επικυριαρχίας των πιο ισχυρών χωρών και μερίδων του χρηματιστικού και πολυεθνικού κεφαλαίου και μοχλό εξαιρετικής επιδείνωσης των ανισοτήτων και ανισορροπιών στο εσωτερικό της. Αυτή η Ευρωζώνη αντιμετωπίζει σήμερα δομική διαλυτική κρίση, την οποία δεν μπορεί να υπερβεί σε όφελος των εργαζομένων και των λαών, με τις γνωστές παραδοσιακές «κεϋνσιανές» μεθόδους νομισματικής παρέμβασης που δοκιμάζονται στα ενιαία ή ομοσπονδιακά κράτη και εκεί χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.


Οι περαιτέρω «ενοποιητικές», με νεοφιλελεύθερους και καπιταλιστικούς όρους (π.χ. ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία, δημοσιονομική ενοποίηση κ.λπ.),διαδικασίες στην Ευρωζώνη και την Ε.Ε., στο μόνο που κατατείνουν είναι να κλιμακώνουν και να καθιστούν ασφυκτικότερη την αντιδραστικοποίηση της πορείας της Ε.Ε., τον αντιδημοκρατικό προσανατολισμό της και την εσωτερική «αποικιοποίηση» μεγάλων ζωνών της.


Η αναγκαία ανατροπή της Ε.Ε. δεν μπορεί να προκύψει ταυτόχρονα στην Ε.Ε. ως σύνολο, αλλά θα προέλθει από την ικανότητα και δυνατότητα μια χώρας ή ομάδας χωρών να σπάσουν τον φαύλο κύκλο και να ανοίξουν προοδευτικούς και σοσιαλιστικούς δρόμους σε σύγκρουση με την Ευρωζώνη και την Ε.Ε.

Για το σχέδιο διακήρυξης ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ

Είναι ένα σχέδιο που θα το θεωρούσα σχεδόν τέλειο, από κάθε άποψη, αν δεν παρατηρούσα ότι δεν συναντώ ούτε σπάνια τις λέξεις βιομηχανία και γεωργία.


Υπαινιγμό στη λέξη βιομηχανία βρίσκω μόνο στο 2ο κεφάλαιο, όπου διαβάζουμε ότι «Ακόμη και ένα γενικευμένος πόλεμος, που θα 'ξεπεράσει' την κρίση πριμοδοτώντας τις βιομηχανίες του πολέμου...», και στο ίδιο κεφάλαιο, όπου μιλά για «τον χημικό πόλεμο στις διαδηλώσεις».


Βέβαια, συχνά χρησιμοποιείται η λέξη επιχειρήσεις, και φυσικά αυτή περιλαμβάνει και τη βιομηχανία, αλλά δεν ταυτίζεται.


Μένει η αίσθηση ότι η βιομηχανία είναι γενικά μεγάλο κακό...


Χρειαζόμαστε βιομηχανία για να βρισκόμαστε και εκεί που συναντάται η επιστημονική -όχι κατ’ ανάγκη πανεπιστημιακή- έρευνα με την τεχνική ανάπτυξη και δημιουργείται η νέα τεχνολογία. Έτσι, εκτός από την απασχόληση που μπορεί να προσφέρει σε εργατικό δυναμικό θα έχουμε και επιστημονική απασχόληση.


Φυσικά και δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη του συνόλου της βιομηχανικής ανάπτυξης. Μπορούμε όμως να επιλέξουμε βιομηχανικούς τομείς που δεν απαιτούν μεγάλες εγκαταστάσεις και βιομηχανική παράδοση.


Για παράδειγμα, το τμήμα ηλιακή ενέργεια, του τομέα ενέργεια, μπορεί να είναι ένας επιλεγμένος τομέας, το φάρμακο, η βιομηχανία τροφίμων, η φίνα χημεία ή κάποιοι άλλοι μπορούν να επιλεγούν με τεχνικοπολιτικά κριτήρια.


Σύνδεση αυτών των βιομηχανικών τομέων, μέσω ερευνητικών ινστιτούτων, με τη βασική έρευνα των πανεπιστημίων, που μπορεί να είναι ελεύθερη στις επιλογές της, θα μπορούσε να δώσει διέξοδο στους νέους ανήσυχους επιστήμονες, έτσι ώστε να προσφέρουμε στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και μυαλό, πνευματική εργασία.


Οι ίδιες σκέψεις ισχύουν και για την προοπτική νέας γεωργικής πολιτικής. Ινστιτούτο Γεωργικών Εφαρμογών -φυσικά όχι στην Αθήνα- που θα απασχολεί νέους, δραστήριους και ανήσυχους επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων, που σε συνεργασία με τους αγροτικούς συνεταιρισμούς και τους γεωργούς θα δώσουν νέα πνοή στην ύπαιθρο.


Για το Σχέδιο Διακήρυξης αρκεί να τροποποιήσουμε στην παράγραφο 2 του 7ου Κεφαλαίου ως εξής «...να τα αντικαταστήσουμε με ένα εθνικό σχέδιο οικονομικής και κοινωνικής ανόρθωσης, παραγωγικής ανασυγκρότησης -με ενίσχυση επιλεγμένων βιομηχανικών τομέων και επιστημονικής καλλιέργειας της γης- κοινωνικά δίκαιης δημοσιονομικής εξισορρόπησης και πολιτιστικής αναγέννησης...".




Περδίκκας Παπακώστας, συνταξιούχος χημικός, μέλος της 1ης Κ.Ε. της Ε.Α.Ρ.

Περί αριστερής κυβέρνησης ο λόγος: Οι προετοιμασμένοι και οι απροετοίμαστοι

Του Βασίλη ΠΡΙΜΙΚΗΡΗ*


Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η χώρα μας, με τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., έχει οδηγηθεί στον όλεθρο. Ο δικομματισμός άνοιξε διάπλατα τις πόρτες στους διεθνείς τοκογλύφους και στους νεοαποικιοκράτες που πάντα λειτουργούσαν ασύδοτα έξω από το πλαίσιο της οποιασδήποτε διεθνούς νομιμότητας.


Η χώρα μας κατάντησε προτεκτοράτο μιας ολιγαρχίας που σήμερα διαφεντεύει όλη την Ε.Ε. Όμως, πώς μπορεί να ξεχάσει κανείς τις μεγαλοστομίες όλων των ηγετών των κομμάτων του δικομματισμού που, πάντα, τις παραμονές των εκλογών, δήλωναν με στόμφο ότι είναι απόλυτα προετοιμασμένοι για να κυβερνήσουν και να οδηγήσουν τον λαό μας στην «ευημερία»...


Η Ελλάδα και ο ελληνικός λαός, όμως, σήμερα, από αυτούς τους «προετοιμασμένους» ηγέτες βρίσκονται μέσα στον δοκιμαστικό σωλήνα για να δημιουργηθεί το αντίδοτο που θα χτυπήσει τις κατακτήσεις των εργαζομένων που έγιναν με αίμα και θυσίες δεκαετιών σε όλη την Ευρώπη.


Ο λαός συνειδητοποιεί κάθε μέρα που περνά ότι πρέπει να απαλλαγεί από τη «δημοσιονομική δικτατορία» που προωθούν οι κυρίαρχοι κύκλοι της Ε.Ε. και να εκφράσει δυναμικά την αντίθεσή του στα Μνημόνια, στις νέες δανειακές συμβάσεις και τις συμφωνίες - «φούσκες» που εξυπηρετούν κατ' αποκλειστικότητα τους τραπεζίτες.


Σ' αυτή τη διαμορφωμένη κατάσταση, λοιπόν, μόνο μια μεγάλη λαϊκή προοδευτική ανατροπή μπορεί να σταματήσει τη λαίλαπα που προωθεί η αστική κλίκα. Μόνο μια συμπαραταγμένη Αριστερά μπορεί να βγάλει τον ελληνικό λαό από αυτή την τραγική κατάσταση.


O ΣΥΡΙΖΑ προετοιμάζεται στη βάση αυτού του πολιτικού σχεδιασμού. Ανοιχτά και με απόλυτη ειλικρίνεια ζητάει από τον ελληνικό λαό να προετοιμαστεί και ο ίδιος πολιτικά, ακόμη και ψυχολογικά, πρώτα αυτός, για να δεχθεί το νέο που έρχεται και να συνδιαμορφώσει μια νέα πολιτική και κοινωνική πλειοψηφία. Να δεχθεί και να στηρίξει δυναμικά μια νέα λαϊκή κυβέρνηση, μια κυβέρνηση υπέρβασης και όχι απλώς διαχείρισης του σάπιου πολιτικού - οικονομικού συστήματος που υπάρχει.


Η κυβέρνηση αυτή της Αριστεράς δεν θα είναι αποτέλεσμα πολιτικών συμβιβασμών έξω και μακριά από ένα εναλλακτικό ριζοσπαστικό πρόγραμμα εξουσίας. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, η κυβέρνηση αυτή να ενσωματώνεται σε πολιτικούς σχεδιασμούς τύπου κεντροαριστερών νεφελωμάτων σαν αυτούς που γνωρίσαμε στο παρελθόν στην Ευρώπη και πολύ περισσότερο να έχει για δεκανίκι της δυνάμεις που δεν έχουν καμιά σχέση και σύγκληση, ιδεολογική και πολιτική, με την Αριστερά και την ταξική της διαφορετικότητα, μόνο και μόνο γιατί σήμερα τοποθετούνται περιστασιακά αντιμνημονιακά.


Επίσης, ο ελληνικός λαός προετοιμάζεται και συνειδητοποιεί ότι σε καμιά περίπτωση ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να συμβάλει σε μια πιθανή μετάλλαξη της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Καταλαβαίνουν οι πάντες ότι η Αριστερά δεν μπορεί να γίνει μια καλολαδωμένη μηχανή πολιτικού ξεπλύματος όλων αυτών που εύκολα μεταλλάσσονται για να επιβιώσουν πολιτικά.


Η Αριστερά πρέπει να είναι ξεκάθαρη με τον κόσμο, να του λέει πάντα την αλήθεια. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς βασικά και κύρια θα στηρίζεται στην κοινωνία, στα κοινωνικά κινήματα, στον κάθε απλό πολίτη, στον κόσμο της δουλειάς και του μόχθου που την εμπιστεύτηκε.


Καμιά μανία εξουσίας, λοιπόν, και κανένας αρρωστημένος κυβερνητισμός δεν μπορεί διαπερνά την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.


Ο ΣΥΡΙΖΑ, όλα τα μέλη και τα στελέχη του, έκαναν την επιλογή να φύγουν από τη λογική της μιζέριας και του πολιτικού περιθωρίου. Ως προς το θέμα της διακυβέρνησης της χώρας, ούτε φοβικά σύνδρομα έχουν, ούτε διαχειριστικές λογικές προς όφελος του σάπιου πολιτικού συστήματος. Τη δύναμη που θα τους δώσει η εργατική τάξη και ο λαός θα τη χρησιμοποιήσουν προς όφελος όλων των κοινωνικών στρωμάτων που η Αριστερά παραδοσιακά θέλει να εκφράσει.


Το σάπιο δικομματικό σύστημα σήμερα παραπαίει, αυτές τις μέρες μπορεί και να καταρρεύσει, θύμα των ίδιων του των αντιφάσεων. Φυσιολογικά, λοιπόν, από τον κάθε απλό πολίτη μπαίνει το ερώτημα για το ποιος θα μπει στη θέση αυτών των άθλιων που φεύγουν κι αν η Αριστερά είναι έτοιμη να κυβερνήσει τον τόπο.


Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να είναι μια εύκολη επικοινωνιακή ατάκα του τύπου “ναι, είμαστε έτοιμοι" και ξεμπερδέψαμε. Ο Κ. Καραμανλής, παραμονές των εκλογών, δήλωνε έτοιμος να κυβερνήσει τη χώρα. Τα ίδια είπε και ο Γ. Παπανδρέου, αλλά και ο Αντ. Σαμαράς. Όλοι τους ήταν πανέτοιμοι για να κυβερνήσουν την Ελλάδα, και όμως την κατέστρεψαν και οδήγησαν τον λαό της στη φτώχεια και την εξαθλίωση. Αν αυτοί δήλωναν έτοιμοι και έκαναν όσα έκαναν, τότε καλύτερα θα είναι κάποιος ηγέτης της Αριστεράς να είναι προβληματισμένος για το πόσο είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει όλες τις δυσκολίες που εκ των πραγμάτων θα παρουσιαστούν από την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από την Αριστερά..


Η αριστερά πάνω απ' όλα πρέπει να είναι μια σοβαρή και υπεύθυνη δύναμη. Η Αριστερά πρέπει να θεωρεί βασική προϋπόθεση για τη στήριξη της δικής της κυβέρνησης την ενεργό συμμετοχή όλων των κοινωνικών δυνάμεων που τη στηρίζουν. Ούτε μία εβδομάδα δεν μπορεί να επιβιώσει η Αριστερά στην κυβέρνηση της χώρας χωρίς την ενεργό συμμετοχή της εργατικής τάξης και του λαού. Δεν μπορούμε να κοροϊδεύουμε τον κόσμο με ψεύτικα λόγια του τύπου “είμαστε πανέτοιμοι να κυβερνήσουμε”.


Ένα κόμμα της Αριστεράς, τα μέλη και τα στελέχη του, πάντα θα πρέπει να βάζουν το μεγάλο ερώτημα, πρώτα και κύρια στους ίδιους τους εαυτούς τους: τι κυβέρνηση θέλουν, για ποιον και ποια συμφέροντα θα εξυπηρετεί. Αν θα είναι κυβέρνηση του κόσμου της εργασίας ή των τοκογλύφων και της άρχουσας τάξης... Και αυτό δεν είναι υπόθεση προετοιμασίας μιας ιστορικής στιγμής.


 


* Ο Βασίλης Πριμικήρης είναι μέλος της ΠΣΕ του ΣΥΡΙΖΑ

Το στοίχημα της Αριστεράς

Του Δημήτρη Μπίρμπα

Αν μπορούσε να συνοψιστεί το αιτούμενο από την Αριστερά ως απάντηση της κοινωνίας στην τραγική, μνημονιακή συγκυρία, αυτό θα εκφραζόταν από το σύνθημα των τελευταίων διαδηλώσεων «εμπρός, λαέ, μην τους φοβηθείς, ήρθε η ώρα της ανατροπής».


Με οποιαδήποτε προσέγγιση κι αν προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την αδράνεια και την αδύναμη αντίδραση της κοινωνίας, για το μέγεθος της επίθεσης που δέχεται, κοινός παρονομαστής θα είναι ο φόβος. Φόβος που καλλιεργείται συστηματικά από την επικοινωνιακή στρατηγική και τις κατασταλτικές δράσεις των κυβερνήσεων των Μνημονίων και της τρόικας, με την καθοριστική συμβολή των διαπλεκόμενων συστημικών ΜΜΕ.


Φόβος που βρίσκει πρόσφορο έδαφος στην κινούμενη άμμο της καθημερινής πραγματικότητας, που «καταβροχθίζει» κυριολεκτικά ανθρώπους και δικαιώματα, κοινωνικά στρώματα και βεβαιότητες.


Σ' αυτό το περιβάλλον των αρχέγονων φόβων, «που δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει αύριο», θάλλουν επιβιωτικοί, κοινωνικοί κανιβαλισμοί με βάση την αρχή «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», ξενοφοβικές συμπεριφορές που παράγουν ρατσιστικές πρακτικές και αναβιώσεις αντιδραστικών στερεότυπων, εθνικολαϊκιστικού και θρησκοληπτικού χαρακτήρα.


Σ' αυτή την κυριαρχία του φοβικού ανορθολογισμού, το μόνο που δεν πρέπει να μας εκπλήσσει είναι η δημοσκοπική άνοδος και κοινωνική αποδοχή των πρακτικών της Χρυσής Αυγής. Για όλα φταίει ο «άλλος» και χρήζουμε επειγόντως «προστασίας».


Απ' όλους βέβαια καταγράφεται η αναγκαιότητα ανατροπής της σημερινής πραγματικότητας, ανεξάρτητα αν μεγάλο μέρος της κοινωνίας τη βιώνει σαν αναπόφευκτο καταναγκασμό για τη διατήρησή μας στον ευρωπαϊκό χώρο και το ευρώ. Όλοι επιθυμούν τη δυνατόν ταχύτερη υπέρβασή της.


Ως η Αριστερά που, «χάριν» του Μνημονίου, ανατέμνει το πολιτικό σκηνικό, αναδιατάσσει τις λοιπές πολιτικές δυνάμεις και προκαλεί ριζοσπαστικές αλλαγές πολιτικών συσχετισμών, βρισκόμαστε μπροστά στην αναγκαιότητα να κερδίσουμε, πάση θυσία, ένα μεγάλο στοίχημα. Να διαμορφώσουμε προϋποθέσεις απάλειψης των λαϊκών φόβων, παράλληλα με την υπέρβαση των δικών μας φοβιών και εμμονών, να ανατρέψουμε την κοινωνική πραγματικότητα, πέραν των αγώνων και μέσα από την ανατροπή κατεστημένων συμπεριφορών και πρακτικών, τόσο του λαϊκού παράγοντα όσο και των πολλαπλών δικών μας αγκυλώσεων.


Η επανασυγκόλληση της θρυμματισμένης κοινωνίας του πελατειακού, καταναλωτικού ευδαιμονισμού δεν μας αφορά και ούτε την επιδιώκουμε.


Αν δούμε την κρίση μόνο ως ευκαιρία δικαίωσης των «αδικημένων» αντιλήψεών μας και όχι και ως ευκαιρία αναστοχασμού των αδιέξοδων του ιστορικού παρελθόντος μας, το μέλλον μας θα είναι «κοντό», ανεξάρτητα από την πιθανή επιτυχία μας στις επικείμενες εκλογές.


Το πρώτο που οφείλουμε να πραγματοποιήσουμε, είναι η ανακοπή της μνημονιακής καταστροφής, μέσα από την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας με βάση τον αειφόρο αναπτυξιακό σχεδιασμό που θα ενσωματώσει τα αξιακά, δημοκρατικά και κοινωνικά προτάγματα της Αριστεράς.


Το τονίζουμε σε ηγετικό επίπεδο, οφείλουμε να το εμπεδώσουμε και να το κάνουμε πράξη, «θέλουμε να τα αλλάξουμε όλα». Βασική προϋπόθεση επιτυχίας για μας είναι η ενεργή συμμετοχή των πολιτών. Ο τερματισμός της κοινωνίας «αναθέτουμε και βλέπουμε».


Η «βίαιη ωρίμανσή μας» πρακτικά σημαίνει ότι η ανοχή, πολύ δε περισσότερο η καλλιέργεια ρεβανσιστικών αντιλήψεων, το χάιδεμα όλων των κοινωνικών εκρήξεων και προσδοκιών, η υποβάθμιση της κριτικής σε φαινόμενα βερμπαλισμού και επαναστατικοφανούς, βίαιου μαχητικού ακτιβισμού, αφορούν καταστάσεις και επιλογές που πρέπει να αποφύγουν οι δυνάμεις μας στην καθημερινή δράση, το επόμενο και όχι μόνο διάστημα.


Όχι μόνον γιατί δεν μας αντιστοιχούν ιδεολογικά, αλλά και επειδή τροφοδοτούν φοβικές αντιδράσεις στο κοινωνικό σώμα, που επιτρέπουν την εύκολη χειραγώγησή του από καθ' όλα υπέρτερους, επικοινωνιακά, αντιπάλους.

Πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητές μας:

* Η ουσιαστική εμπλοκή και στήριξή μας σε πρακτικές κοινωνικής αλληλεγγύης με την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συμμετοχή.


* Η στηλίτευση κυβερνητικών επιλογών και συμπεριφορών, η μαχητική ενωτική πάλη ενάντια στις μνημονιακές πολιτικές, με παράλληλη εκλαΐκευση και διάδοση του διαρκώς εμβαθυνόμενου, προγραμματικού μας λόγου.


* Η τεκμηριωμένη και συστηματική αποδόμηση των στερεοτυπικών -κοινωνικά πλειοψηφικών ακόμη- επιχειρημάτων της κυβέρνησης για το Δημόσιο, το μεταναστευτικό, το χρέος, το ευρώ κ.λπ., με παράλληλη αποφυγή ισοπεδωτικών αφορισμών και δαιμονοποίησης, συλλήβδην όλου του πολιτικού προσωπικού του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου.


Όλα αυτά και φυσικά ο κεντρικός πολιτικός μας στόχος «για κυβέρνηση με πυρήνα τον ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ» προϋποθέτουν την ουσιαστική αναβάθμιση της πολιτικής λειτουργίας μας ως κομματικού σχηματισμού. Αναβάθμιση που θα στηρίζει την ουσιαστική προγραμματική συζήτηση εντός μας και μέσα στην κοινωνία -παράλληλα βέβαια με τις αγωνιστικές, κινηματικές δράσεις μας- και θα καταπολεμά τους αντιπαράλληλους «ιδεολογικά καθαρούς δεκάρικους» σε μακρόσυρτες οργανωτικές διαδικασίες, που κύριο μέλημα έχουν την ανακατανομή θέσεων και την κατανομή πρακτικών καθηκόντων.


Έχουμε μπροστά μας μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, με άδηλο τον χρονικό ορίζοντα της παρούσας κυβέρνησης, σε συνδυασμό με μια πολύμηνη προσυνεδριακή πορεία ουσιαστικής επανίδρυσης του χώρου μας.


Απαιτούνται περισσότερη ψυχραιμία με ενωτική και συνθετική αντίληψη και λιγότερος φόβος αποκαθήλωσης των τοτέμ, περισσότερες προτάσεις και δράσεις διεκδίκησης άμεσων ανατροπών και λιγότεροι διαξιφισμοί και αναζητήσεις περί «του γένους των αγγέλων» και για να χρησιμοποιήσω την τρέχουσα κομματική και κινηματική αργκό, οφείλουμε να είμαστε «περισσότερο γειωμένοι και λιγότερο απογειωμένοι» κοινωνικά.

ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ: Αναζητώντας το νόημα μιας αριστερής πολιτικής σήμερα...

Του Κώστα Ιωακειμίδη*

Είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» σοσιαλισμού και μπροστά στα προφανή, τραγικά αδιέξοδα του ακραίου νεοφιλελευθερισμού που κυριάρχησε στο μεσοδιάστημα, αναδύεται σήμερα ένα παγκόσμιο, χαοτικό πολιτικοϊδεολογικό κενό (με την έννοια ότι η πολιτική αποτελεί την πρακτική εφαρμογή της ιδεολογίας, η οποία αδυνατεί να εξηγήσει πειστικά τις κοινωνικές διεργασίες και αποτυγχάνει να εκφράσει κοινωνικές δυνάμεις).


Θα ήταν, νομίζω, τουλάχιστον αφέλεια η άρνηση αυτής της πραγματικότητας σήμερα στην εποχή της πληροφορίας / επικοινωνίας και μετά τα όσα έχουν συμβεί. Ένα πράγμα είναι πλέον βέβαιο: ότι έχουν διαψευσθεί, έχουν ακυρωθεί οι βεβαιότητες του παρελθόντος.


Θα υπάρξουν νέες βεβαιότητες στο μέλλον; Ίσως, αν και όταν υπάρξουν οι νέες συνθήκες (αντικειμενικές και υποκειμενικές), που θα τις απαιτήσουν και θα τις δημιουργήσουν... Γεννιούνται λοιπόν κάποια ερωτήματα:


Πώς μπορούμε σήμερα να συμβάλουμε στη δημιουργία αυτών των νέων συνθηκών, ώστε να επηρεάσουμε τις εξελίξεις προς μια αριστερή, φιλολαϊκή κατεύθυνση; Και τι πολιτικό περιεχόμενο έχουν σήμερα οι λέξεις αριστερός, Αριστερά; Ποια είναι τα ζητούμενα μιας αριστερής πολιτικής μπροστά σ' αυτή την πολύπλευρη κρίση και τις τραγικές συνέπειές της;


Στα παραπάνω «βασανιστικά» ερωτήματα δεν νομίζω ότι θα ήταν φρόνιμο να απαντήσουμε με τρόπο απόλυτο και κατηγορηματικό. Ίσως είναι χρησιμότερο και πιο έγκυρο να οριοθετήσουμε «τι δεν πρέπει να είναι» η Αριστερά του σήμερα και πολύ περισσότερο του αύριο. Η Αριστερά λοιπόν σίγουρα δεν πρέπει να ενσωματωθεί στο ανίκανο και διεφθαρμένο πολιτικοοικονομικό κατεστημένο που ευθύνεται για την υστέρηση και την καταστροφή της χώρας και παράλληλα δεν πρέπει να παραμείνει προσκολλημένη σε χρεωκοπημένα δόγματα του παρελθόντος.


Η Αριστερά δεν πρέπει να αποστασιοποιηθεί από τα λαϊκά στρώματα, δεν πρέπει να αποκοπεί από την κοινωνία, πρέπει να αποφύγει τον ελιτισμό και τον λαϊκισμό και δεν πρέπει να υποτιμήσει την αξία των ανοιχτών δημοκρατικών διαδικασιών.


Σε μια αλληλεξαρτώμενη, παγκοσμιοποιημένη οικονομία, της οποίας τα δεδομένα μεταβάλλονται τόσο γρήγορα, ενώ ταυτόχρονα παραμένουν οι θεμελιακές της αντιθέσεις (κεφάλαιο - εργασία, μητρόπολη - περιφέρεια, κ.λπ.) και οξύνονται δραματικά οι αντιφάσεις της (αύξηση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων κ.λπ.), η Αριστερά θα πρέπει να δώσει τις δικές της απαντήσεις, μέσα από ένα αξιόπιστο σχέδιο διεξόδου. Ένα σχέδιο ευέλικτο, που θα υπερβαίνει τα παραδοσιακά δίπολα, όχι λόγω υπεκφυγής, αλλά επειδή η σύγχρονη οικονομικοκοινωνική πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη.


Ένα πολιτικό σχέδιο ανάπτυξης και δίκαιης κατανομής του πλούτου. Πολύτιμο εργαλείο στην κατεύθυνση αυτή αποτελεί η μαρξιστική οικονομική και πολιτική ανάλυση, νεότερες επεξεργασίες και οι εμπειρίες του παγκόσμιου εργατικού / αριστερού κινήματος διαχρονικά. Όμως, το ζητούμενο στις μέρες μας δεν είναι η προσκόλληση στο παρελθόν, δεν είναι η «δικαίωση» της Α ή της Β «κοσμοθεωρίας», αλλά η αποτροπή του οικονομικοπολιτικού μεσαίωνα και η ευτυχία των ανθρώπων που σήμερα δυστυχούν, η ικανοποίηση των βασικών αναγκών τους, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής γενικότερα, σε αρμονική σχέση με το φυσικό περιβάλλον.


Στόχος της Αριστεράς σήμερα πρέπει να είναι η αναζήτηση μιας νέας προοδευτικής ιστορικής εμπειρίας, μέσα από ένα νέο δικαιότερο και αποτελεσματικότερο μοντέλο κοινωνικοοικονομικής οργάνωσης και καταμερισμού της εργασίας και όχι η αναπαραγωγή χρεωκοπημένων κακέκτυπων.


Το εγχείρημα δεν θα είναι εύκολο και διότι το διεθνοπολιτικό περιβάλλον είναι ιδιαίτερα ασταθές και εχθρικό. Δεν θα πρέπει όμως να το αντιμετωπίζουμε στατικά, δογματικά και παθητικά.


Ειδικότερα σε ό,τι αφορά την ελληνική πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις όποιες αδυναμίες του, αποτελεί σήμερα τη μοναδική εναλλακτική ελπιδοφόρα πολιτική επιλογή, απέναντι στην αδιέξοδη οικονομική και κοινωνική καταστροφή που συντελείται.


Το πολιτικό του κεφάλαιο πρέπει να διαφυλαχθεί και να αξιοποιηθεί, για την ανατροπή του μαφιόζικου, «φεουδαρχικού», πολιτικοοικονομικού κατεστημένου που κυβέρνησε τη χώρα τα προηγούμενα πολλά χρόνια, αλλά και για την οικοδόμηση ενός νέου αξιόπιστου, αποτελεσματικού και πραγματικά δημοκρατικού κράτους. Ενός κράτους στην υπηρεσία της κοινωνίας.


Ενός κράτους που στις δύσκολες σημερινές συνθήκες θα πρέπει να αλλάξει και να αποτελέσει προστάτη των αδυνάτων αλλά και βασικό μοχλό ανάπτυξης. Για να γίνουν, όμως αυτά, θα πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει μια συμπαγής, δημοκρατική πολιτική δύναμη, ικανή να επεξεργάζεται και να παράγει πολιτικές, αλλά παράλληλα να εκπροσωπεί αυθεντικά και αταλάντευτα τα πλατιά λαϊκά στρώματα.


Χρειαζόμαστε μια Αριστερά της συσπείρωσης, της σύνθεσης και όχι των αποκλεισμών και των διασπάσεων. Χρειαζόμαστε μια Αριστερά των δημοκρατικών διαδικασιών, των πολιτών και όχι των «παραγόντων» και των αδιαφανών μηχανισμών. Χρειαζόμαστε μια Αριστερά που θα αναλάβει υπεύθυνα να σώσει την πατρίδα και τον λαό μας και όχι μια Αριστερά απαξιωμένη «μοιρολογήτρα» πάνω στα συντρίμμια της καταστροφής.


Για να γίνουν όμως τα παραπάνω, χρειάζεται πρώτα απ' όλα να αλλάξουν νοοτροπίες και πρακτικές του παρελθόντος. Να απομυθοποιήσουμε στερεότυπα και να κοιτάξουμε την ουσία των πραγμάτων. Όχι με υστεροβουλία και καιροσκοπισμό, αλλά με αίσθηση της ευθύνης.


Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ φέρει την ιστορική ευθύνη να ανταποκριθεί στις κρίσιμες περιστάσεις και να δρομολογήσει τις εξελίξεις που απαιτεί η συγκυρία αλλά και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του λαϊκού κινήματος.


Ας γίνουν λοιπόν οι συνεδριακές διαδικασίες που έχουν προγραμματιστεί η αφετηρία μιας τέτοιας Αριστεράς.

* Ο Κώστας Ιωακειμίδης είναι μέλος της Πανελλαδικής Συντονιστικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

Προτού είναι πολύ αργά...

Του Σπύρου Στογιάννη*


Στο καινούργιο τοπίο που διαμορφώνεται και δεν έχει γεννηθεί ακόμα, σε μια ακραία πρωτόγνωρη κοινωνική και ατομική συνθήκη, χρειάζεται εξωστρέφεια από τη ριζοσπαστική Αριστερά. Μπορούμε εμείς, ως πολιτικά όντα του χώρου, να το επωμιστούμε; Μπορούμε να βρούμε δύναμη από τις συλλογικότητες ώστε να διεκδικήσουμε; Όσο ο καιρός περνά, η κοινωνία ενσωματώνει αντιδραστικά χαρακτηριστικά. Tο οξυγόνο για έναν πολιτικό φορέα της Αριστεράς, οι έντονοι κοινωνικοί αγώνες, μοιάζει να εκλείπει τον καιρό τούτο. Και το ζητούμενο είναι, μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να δώσει εκείνος οξυγόνο στα κοινωνικά κινήματα τώρα που οι ανάγκες το απαιτούν ή θα μείνουμε αδρανείς να περιμένουμε να κυβερνήσουμε «νομοτελειακά»;


Είναι σύνηθες να απαιτούμε συχνά το διαφορετικό δίχως να το προετοιμάζουμε γύρω μας κι εντός μας. Και τα εργαλεία (σωματεία, αλληλεγγύη, συλλογικότητες) και οι ιδέες είναι φθαρμένες και βιασμένες από την κυρίαρχη λογική και τα αμαρτήματα του παρελθόντος, από την έντεχνη χρησιμοποίησή τους από την εξουσία. Αν συνυπολογίσει κανείς και την αμοιβαία καχυποψία όλων απέναντι σε όλους, τότε το εγχείρημα γίνεται ακόμα πιο δύσκολο. Ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο κοινό που υπάρχει και σε αυτό που φαντασιώνεται ο ίδιος ότι υπάρχει. Χρειάζεται όμως να αποφασίσουμε με ποιους θα προχωρήσουμε και ποιους θα αφήσουμε. Και το κριτήριο πρέπει να είναι ταξικό. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.


Η Αριστερά χρειάζεται να διαμορφώσει την πραγματικότητα στη βάση των δικών της προταγμάτων . Είναι αίτημα υπαρκτό, αλλά όχι απαραίτητα και εφικτό, να αναλάβει άμεσα η ριζοσπαστική Αριστερά να γίνει -μέσα σε ακραίες συνθήκες- όσα δεν είναι όλοι οι άλλοι που κυβέρνησαν ώς τώρα, όσα προέβαλλε ένα μεγάλο κομμάτι του εκλογικού σώματος για αλλαγή.


Στις συνθήκες που ζούμε δεν χρειαζόμαστε έναν υπερήρωα, όπως (μας) έχουνε μάθει, αλλά όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συστράτευση και συμμετοχή στα κοινά. Πόσο εύκολο είναι όμως να επωμιστεί ένας δρομέας κατοστάρης ένα μαραθώνιο αγώνα, έχοντας μείνει τόσα χρόνια σε αδράνεια; Πώς εμπνέεται να το πράξει; Γιατί κάπως έτσι μοιάζουν οι αυξημένες προσδοκίες από τις εκλογικές αναμετρήσεις, τόσο του πολιτικού φορέα όσο και των πολιτών που τον ψήφισαν.


Ζούμε σε μια συντηρητική κοινωνία, γιατί τέτοιες ήταν οι συνθήκες που την δημιούργησαν, οι πρακτικές, οι κυρίαρχες ιδεολογικές αντιλήψεις. Όμως το Μνημόνιο δημιούργησε βαθιά τομή στο κοινωνικό σώμα. Το ζήτημα είναι το μετά. Γιατί, ας μη γελιόμαστε, το πρόταγμα για κατάργηση του Μνημονίου ήταν η αφετηρία μιας πορείας που βρήκε ρεύμα γιατί πήγαζε από τις ανάγκες της κοινωνίας, αλλά προφανώς αυτό δεν αρκεί. Ο αγώνας δρόμου απαιτεί πνευμόνια που μόνο η συμμετοχή των πολιτών μπορεί να δώσει.


Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο πως όταν δεν μπορείς ή δεν θέλεις να δημιουργήσεις τις εξελίξεις, σέρνεσαι πίσω από αυτές. Η αγωνία για την καθημερινότητα του καθενός και καθεμιάς μπαίνει συχνά εμπόδιο στην πράξη, όπως και η χρονοτριβή με θεωρητικά ατέρμονες ασκήσεις επί χάρτου. Το ίδιο ισχύει και για την αναβλητικότητα διάχυσης συντονισμένων δράσεων από τον πολιτικό μας φορέα. Λιγότερα συνθήματα και πιο πολλή δουλειά, είναι το ζητούμενο. Δράσεις μέσα στην κοινωνία, πρακτικά παραδείγματα έμπρακτης αλληλεγγύης, πύκνωμα των υπαρχουσών δομών (κοινωνικά ιατρεία, συλλογικές κουζίνες, φροντιστήρια κ.λπ.). Με το σκεπτικό, όλα αυτά να ακουμπούν στις οργανώσεις και τις ανάγκες των εργαζομένων και των ανέργων.


* Ο Σπύρος Στογιάννης είναι κοινωνικός λειτουργός και μέλος ΣΥΡΙΖΑ Ρόδου.

 
eXTReMe Tracker